Για μια αρτιότερη νομισματική ένωση

Αποψη
Τρίτη, 11 Μαΐου 2010 14:57
A- A A+

*Του Leszek Balcerowicz

Πολλές φορές η ευρωζώνη αναφέρεται ως «ευρωπαϊκό εγχείρημα» –μια νομισματική ένωση χωρίς πολιτική ενοποίηση. Όσοι ισχυρίζονται κάτι τέτοιο φαίνεται πως έχουν κατά νου το μοντέλο ενός μεμονωμένου κράτους με δύο παρόμοια χαρακτηριστικά: περιορισμένη δημοσιονομική κυριαρχία σε επίπεδο τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης και κοινό προϋπολογισμό από τον οποίο οι περιφέρειες αποσπούν κεφάλαια σε περίπτωση ασύμμετρων σοκ.

Όσοι υποστηρίζουν ότι η ευρωζώνη χρειάζεται «πολιτική ενοποίηση», επικεντρώνονται προφανώς στο δεύτερο χαρακτηριστικό, παρά το γεγονός ότι οι δημοσιονομικοί περιορισμοί σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης αποτελούν σαφώς ένα τυπικό και σημαντικό χαρακτηριστικό των κρατών μελών. Υπό αυτή την έννοια, παραβλέπουν το γεγονός ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης της ΕΕ αποτελεί καταρχήν ένα ουσιαστικό συστατικό της πολιτικής ενοποίησης και όχι ένα υποκατάστατο αυτής. Πράγματι, τα σημερινά δημοσιονομικά προβλήματα της ευρωζώνης δεν οφείλονται στην απουσία κοινού προϋπολογισμού, αλλά στην ανεπαρκή εφαρμογή του Συμφώνου.

Οι νομισματικές ενώσεις –υπό την ευρύτερη έννοια– δεν έχουν επιβιώσει μόνο σε μεμονωμένα κράτη, αλλά και σε ομάδες κρατών, με τον «χρυσό κανόνα» να αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα στην ιστορία. Από την εμπειρία νομισματικών ενώσεων αυτής της μορφής έχουν προκύψει δύο διδάγματα:

Πρώτον, χρειάζεται δημοσιονομική πειθαρχία των κρατών μελών –αυτή είναι η αλήθεια που κρύβεται πίσω από τον χρυσό κανόνα– με κριτήριο τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς.

Δεύτερον, έχουν καταφέρει να επιβιώσουν και χωρίς δημοσιονομική χρηματοδότηση από ένα κοινό κέντρο –ελλείψει τέτοιου κέντρου. ΑντΆ αυτού, η πολύ σημαντική ευελιξία –συμπεριλαμβανομένων των αγορών εργασίας– διευκόλυνε σημαντικά την προσαρμογή στα ασύμμετρα σοκ.

Είναι σαφές ότι στο άμεσο μέλλον δεν υπάρχει προοπτική διεύρυνσης του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού με στόχο την αύξηση των δημοσιονομικών εισφορών προς τα κράτη μέλη της ευρωζώνης που αντιμετωπίζουν δραματική μείωση της ζήτησης. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε αυξημένη αίσθηση της ευρωπαϊκής ταυτότητας, κάτι που οι πολιτικοί ηγέτες της ευρωζώνης δεν μπορούν να δημιουργήσουν με τεχνητά μέσα. Το θέμα δεν είναι ότι ένας μεγάλος, ενιαίος προϋπολογισμός θα ήταν πολιτικά ανέφικτος στην ευρωζώνη, αλλά ότι δεν θα έδινε λύση σε ένα βασικό πρόβλημα: την ανεπάρκεια των μηχανισμών διασφάλισης της δημοσιονομικής πειθαρχείας των κρατών μελών.

Αντί να στρέφονται στο λάθος μοντέλο –του μεμονωμένου κράτους– η ΕΕ και τα κράτη - μέλη της θα έπρεπε να επικεντρώνονται στις αναγκαίες προϋποθέσεις για τη σωστή λειτουργία μιας νομισματικής ένωσης, η οποία δεν διαθέτει ενιαίο προϋπολογισμό για αντιμετώπιση των ασύμμετρων σοκ.

Καταρχάς, η πρωταρχική προτεραιότητα θα έπρεπε να είναι η ενδυνάμωση των μηχανισμών που στοχεύουν στην αποτροπή των κυκλικών πολιτικών και των μεγάλων δημοσιονομικών σοκ. Αυτό προϋποθέτει τη διασφάλιση της αξιοπιστίας και της διαφάνειας των λογιστικών κανόνων βάσει των οποίων υπολογίζονται τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το δημόσιο χρέος, καθώς και στενή παρακολούθηση προκειμένου να αποτρέπονται τυχόν φούσκες στον κλάδο των ακινήτων, οι οποίες προκαλούν βαθιά ύφεση –άρα και σημαντική αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων– όταν σπάνε.

Ομοίως, η νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα πρέπει να «κρατάει γερά» δείχνοντας μεγαλύτερη προσοχή σε φαινόμενα φούσκας στον κλάδο των ακινήτων. Καθώς η ενιαία νομισματική πολιτική δεν είναι δυνατό να ικανοποιεί τις μακροοικονομικές συνθήκες όλων των κρατών μελών, τα κράτη της ευρωζώνης πρέπει να λάβουν προληπτικά μέτρα σε δημοσιονομικό επίπεδο με στόχο τον έλεγχο της πιστωτικής ανάπτυξης. Εν τω μεταξύ, το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης πρέπει να εφαρμοστεί αυστηρά, κάτι που σημαίνει χρήση και ενίσχυση των υφιστάμενων κυρώσεων.

Ομολογουμένως, οι πρωτοβουλίες που λαμβάνονται σε επίπεδο ΕΕ ή και ευρωζώνης δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τους ισχυρότερους μηχανισμούς πειθαρχίας των κρατών μελών, οι οποίοι είναι αποκλειστική ευθύνη των ίδιων των πολιτικών αλλά και της πολιτικής που εφαρμόζεται στα κράτη μέλη. Τα μέτρα, όμως, που εφαρμόζονται σε επίπεδο ΕΕ με στόχο τη διασφάλιση της πειθαρχίας είναι αναγκαίο να ενθαρρύνουν την κατάρτιση προληπτικών μηχανισμών στα κράτη μέλη, καθώς οι πρωτοβουλίες αυτές εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα μεγάλα κράτη, τα οποία ως εκ τούτου φέρουν μεγάλη ευθύνη για τις εξελίξεις εντός της ευρωζώνης, αλλά και της ΕΕ.

Δεύτερον, εκτός από την ενδυνάμωση των οικονομικών θεσμών, οι χώρες της ΕΕ πρέπει να επισπεύσουν τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για βελτίωση των μακροπρόθεσμων προοπτικών αύξησης και για διευκόλυνση της ομαλής προσαρμογής στα σοκ. Οι προοπτικές θα πρέπει να βοηθήσουν τα κράτη μέλη να αναπτυχθούν ξεπερνώντας το αυξημένο δημόσιο χρέος τους, ενώ τα σοκ θα τους βοηθήσουν να αντιμετωπίσουν την ανεργία.

Από τα πολλά μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε αυτόν τον τομέα, το πιο σημαντικό είναι να καταβληθεί τεράστια προσπάθεια για ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς με καταστολή του οικονομικού εθνικισμού.

Επιπλέον, πρέπει να επαναδιατυπωθεί η ατζέντα της Λισαβόνας, με έμφαση στις μεταρρυθμίσεις της αγοράς, ενώ η ΕΕ θα πρέπει άμεσα να σκεφτεί μέτρα –ιδίως για την περιβαλλοντική πολιτική και για στροφή προς μια ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική– που απειλούν να επιβαρύνουν περαιτέρω τις οικονομίες τους ή και να σφυροκοπήσουν την ευελιξία των αγορών.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο χαρακτήρας των δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων είναι θεμελιώδης και σημαντικός. Δεδομένου ότι τα μέλη της ΕΕ σηκώνουν ήδη τεράστια φορολογικά βάρη, η περαιτέρω αύξηση των φόρων ενδέχεται να αποδυναμώσει τους μοχλούς της ανάπτυξης. Ως εκ τούτου, η δημοσιονομική μεταρρύθμιση θα πρέπει να επικεντρώνεται στη συγκράτηση των εξαγγελιών για δαπάνες, καθώς και στην αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης –δεδομένου ότι οι κοινωνίες της ΕΕ «γερνούν».

Τέλος, οι άκαμπτες αγορές εργασίας και, γενικότερα, οι ρυθμιστικοί περιορισμοί στις τιμές και την ικανότητα προσφοράς της οικονομίας επιδεινώνουν τις αντιδράσεις στα διάφορα σοκ σε συνθήκες ύφεσης και συμβάλλουν στην αύξηση της ανεργίας. Συνεπώς, η απελευθέρωση της αγοράς εργασίας θα πρέπει να είναι σημαντική προτεραιότητα και νέος τομέας επικέντρωσης για την επαναδιατυπωμένη ατζέντα της Λισαβόνας.

Η ηγέτες της Ευρώπης αρέσκονται σε μεγαλόστομες δηλώσεις για «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη», «ευρωπαϊκή συνοχή» και «ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο». Οι υπερφίαλες ρητορείες, όμως, δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις μεταρρυθμίσεις που επισημαίνονται στο παρόν, ούτε να ακυρώσουν την ανάγκη για τη δρομολόγηση αυτών.

Ο Leszek Balcerowicz έχει διατελέσει αναπληρωτής πρωθυπουργός και υπουργός Οικονομικών της Πολωνίας (1989-1991, 1997-2000), καθώς και πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας της Πολωνίας (2001-2007).

Copyright: Project Syndicate, 2010

Προτεινόμενα για εσάς