Η επιστήμη έρχεται να επιβεβαιώσει τη γενική υποψία πως τα αυξημένα επίπεδα στρες μειώνουν τις πιθανότητες εγκυμοσύνης, μετά από έρευνα Βρετανών επιστημόνων. Η ερευνητική ομάδα μελέτησε τα επίπεδα των «ορμονών του στρες» στις γυναίκες που σκόπευαν να συλλάβουν με φυσιολογικό τρόπο και διαπίστωσε ότι οι πιο αγχωμένες έχουν μειωμένες πιθανότητες να μείνουν έγκυες.
Πρόκειται για την πρώτη έρευνα διεθνώς που βρήκε ότι ένας βιολογικός δείκτης (ορμόνη) του στρες, η αδρεναλίνη, όντως συνδέεται με την πιθανότητα εγκυμοσύνης. Της έρευνας ηγήθηκε η επιδημιολόγος δρα Σεσίλια Πάιπερ από το Πανεπιστήμιο Οξφόρδης, και τα ευρήματά της δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Fertility and Sterility» (Γονιμότητα και Στειρότητα), σύμφωνα με ξένα ΜΜΕ.
Η ηλικία, το κάπνισμα, η παχυσαρκία και το αλκοόλ είναι ήδη γνωστό ότι επηρεάζουν αρνητικά την πιθανότητα σύλληψης, αλλά η επίδραση του στρες ήταν ως τώρα πιο αμφιλεγόμενη. Στη διάρκεια της έρευνας μελετήθηκαν οι περιπτώσεις 274 υγιών γυναικών ηλικίας 18 - 40 ετών που ήθελαν να μείνουν έγκυες. Οι ερευνητές μέτρησαν στο σάλιο το επίπεδο δύο ορμονών, της αδρεναλίνης και της κορτιζόλης.
Οι γυναίκες με τα μεγαλύτερα επίπεδα άλφα-αμυλάσης (που αποτελεί δείκτη για την ποσότητα της αδρεναλίνης) είχαν 12% λιγότερες πιθανότητες να μείνουν έγκυες στη διάρκεια των γόνιμων ημερών του κύκλου τους σε σχέση με όσες είχαν χαμηλό επίπεδο αδρεναλίνης. Δεν διαπιστώθηκε όμως διαφορά (προς μεγάλη έκπληξη των ερευνητών) στην πιθανότητα εγκυμοσύνης, όσον αφορά την κορτιζόλη, που επίσης αποτελεί δείκτη χρόνιου στρες.
«Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι τα ζευγάρια πρέπει να επιδιώκουν να μείνουν όσο γίνεται πιο χαλαρά, όταν προσπαθούν για μωρό. Σε μερικές περιπτώσεις ίσως θα είχε νόημα να κάνουν κάποιες τεχνικές χαλάρωσης, συμβουλευτική ψυχοθεραπεία ή, ακόμα, γιόγκα και διαλογισμό», δήλωσε η δρα Πάιπερ.