Eρευνητές ανακοίνωσαν, ότι, εντόπισαν την προέλευση της φυσικής ανοσίας που αναπτύσσουν ορισμένοι φορείς του ιού του AIDS, οι οποίοι δε νοσούν ποτέ.
Η ανακάλυψη αυτή, η οποία επισφραγίζει 15 χρόνια έρευνας, ανοίγει τον δρόμο για νέες αποτελεσματικές θεραπείες, δήλωσε ο Ντέϊβιντ Χο, διευθυντής του Ερευνητικού Κέντρου Ααρον Ντάϊμοντ για το AIDS (ADARC) στη Νέα Υόρκη.
Μία ομάδα του Κέντρου, η οποία αποτελείται από Αμερικανούς και Κινέζους ερευνητές, κατόρθωσε να απομονώσει συγκεκριμένες πρωτεϊνες, οι οποίες ονομάζονται αμυντικές-Αλφα-1 , Αλφα-2 και Αλφα-3, ικανές να εμποδίσουν την ανάπτυξη του ιού και να εμποδίσουν την πρόοδο της μόλυνσης σε ένα ποσοστό 1%-2% των φορέων του AIDS.
«Αυτή η ανακάλυψη αποτελεί ένα σημαντικό βήμα για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο το σώμα πολεμά τον ιό», δήλωσε ο Δρ Λίνγκι Ζαγκ, επικεφαλής της έρευνας.
«Κατανοώντας τον τρόπο, με τον οποίο το ανοσοποιητικό σύστημα ορισμένων ανθρώπων επιτυγχάνει να ελέγξει την μόλυνση με τον ιό, θα μπορούσαμε να επιτύχουμε την εφαρμογή νέων θεραπειών που εκμεταλλεύονται αυτό το φαινόμενο», είπε.
Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύονται στο αυριανό τεύχος του περιοδικού Science.
Η ανακάλυψη αυτή, μπορεί να δώσει εξήγηση στο ερώτημα, γιατί ένα πολύ μικρό ποσοστό των φορέων του ιού του AIDS ,ζουν για πολύ μεγάλο διάστημα, χωρίς να προσβληθούν από την ασθένεια.
Η επιστημονική κοινότητα γνώριζε από το 1986, ότι, ορισμένα λευκά αιμοσφαίρια του ανοσοποιητικού, τα λεμφοκύτταρα T CD8 είχαν την ικανότητα να παράγουν χημικούς παράγοντες ικανούς να εμποδίσουν τον πολλαπλασιασμό του ιού του AIDS. Ειδικότερα, ήταν γνωστό, ότι, τα κύτταρα T CD8 των ατόμων που έχουν φυσική ανοσία, μπορούν να παράγουν ποσότητες τέτοιων χημικών παραγόντων.
Μία έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην Κένυα, από τον Καναδό ερευνητή, Φράνσις Πλάμερ, του Πανεπιστημίου της Μανιτόμπα, ανάμεσα σε Κενυάτισσες που εκδίδοντο, και φορείς του AIDS, είχε δείξει, ότι, ένα ποσοστό 5% από αυτές, είχε αναπτύξει φυσική ανοσία κληρονομικής φύσης εναντίον του ιού.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες το αντίστοιχο ποσοστό των μη νοσούντων φορέων ανέρχεται στι 1%-2%, δηλώνουν οι ερευνητές του ADARC. Αλλά, παρά τις προσπάθειες, η ταυτότητα των χημικών αυτών παραγόντων παρέμενε μυστήριο.
Το 1995, ανακαλύφθηκε μία οικογένεια πρωτεϊνών, που ονομάζονται χημοκίνες-βήτα, οι οποίες φαινόταν ότι εξηγούσαν την καταστολή του φορτίου του ιού στα άτομα αυτά, αλλά δεν αποδείχθηκαν αποτελεσματικές εναντίον διαφορετικών στελεχών του ιού και δεν επέτρεψαν αυτές καθ' εαυτές την εξήγηση του φαινομένου.
Οι τρεις πρωτεΐνες που εντοπίσθηκαν στην έρευνα της ADARC, είναι ενεργές εναντίον του συνόλου των στελεχών του ιού του AIDS, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι, αυτές οι αμυντικές-Αλφα, μπορούν να έχουν θεραπευτικές εφαρμογές.
«Οι αμυντικές-Αλφα, έχουν πολύ ενθαρρυντικά αποτελέσματα στην ενίσχυση του οπλοστασίου των θεραπειών εναντίον του ιού», τόνισε ο διευθυντής του ADARC, επιβεβαιώνοντας ότι η ερευνητική του ομάδα «συνεχίζει ήδη την έρευνα στον τομέα των νέων θεραπευτικών προσεγγίσεων, που βασίζονται σε αυτήν την ανακάλυψη».
Για να επιβεβαιώσει, ότι, το φαινόμενο αυτό της ανοσίας, οφείλεται πραγματικά στη δράση των αμυντικών-Αλφα, η ερευνητική ομάδα τις αφαίρεσε τεχνητά από τις πρωτεΐνες που παράγουν τα λεμφοκύτταρα T CD8, τα οποία ελήφθησαν από μη νοσούντες για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα φορείς. Το αποτέλεσμα ήταν, ότι, η δράση εναντίον του ιού του AIDS των κυττάρων αυτών, εξαφανίσθηκε.
Αυτό που έμενε ήταν να εκτιμηθεί η ισχύς των αμυντικών-Αλφα. Οι ερευνητές συνέκριναν για τον λόγο αυτόν, μία μορφή φυσικών πρωτεϊνών, που απομονώθηκε από κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, με μία άλλη μορφή συνθετικών πρωτεϊνών που παρασκευάσθηκαν εργαστηριακά. Εάν και οι δύο μορφές έδειξαν αποτελεσματική δράση εναντίον του ιού του AIDS, οι δοκιμές απέδειξαν, ότι, οι φυσικές πρωτεΐνες είναι 10-20 φορές ισχυρότερες από τις συνθετικές.
Οι ερευνητές του Κέντρου έχουν προσανατολίσει τώρα τις προσπάθειές τους στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των συνθετικών αμυντικών-Αλφα.