Το Μπέλφαστ είναι μακριά

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2022 12:08
UPD:12:12
A- A A+

Η νέα ταινία του Κένεθ Μπράνα με τίτλο «Μπέλφαστ», που ενδέχεται να σαρώσει στα φετινά βραβεία BAFTA, είναι το νοσταλγικό πορτραίτο μιας παραμυθένιας πόλης – με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Του Άκη Καπράνου

«Μου αρέσει να θυμάμαι τα πράγματα με τον δικό μου τρόπο. Όχι απαραίτητα όπως συνέβησαν», ακούγεται κάποια στιγμή στη «Χαμένη Λεωφόρο». Παραδόξως, η ατάκα μου ήρθε στο νου βλέποντας μια ταινία που δε θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από το σύμπαν του Ντέιβιντ Λιντς: Το «Μπέλφαστ» του Κένεθ Μπράνα, ένα ασπρόμαυρο, νοσταλγικό πορτραίτο της πόλης όπου ο σκηνοθέτης γεννήθηκε και έζησε μέχρι τα εννιά του χρόνια, μέχρι δηλαδή την απόφαση της οικογένειας του να εγκατασταθεί στη Μεγάλη Βρετανία, εγκαταλείποντας οριστικά τη Βόρεια Ιρλανδία.

Βλέπετε, το 1968 οι διαδηλώσεις κατά των διακρίσεων ανάμεσα στους Καθολικούς και τους Προτεστάντες, είχαν ήδη ξεκινήσει. Ομολογουμένως, τα αιτήματα των Καθολικών ήταν δίκαια: Ήταν εξοστρακισμένοι ακόμα και από τα εργατικά σωματεία της (ούτως ή άλλως διχασμένης) χώρας. Μακάρι όμως τα προβλήματα της Ιρλανδίας να ξεκινούσαν από τον σκληρό κοινωνικό αποκλεισμό των Καθολικών: Η ιστορία του νησιού, ένα γαϊτανάκι επεκτατικών παρεμβάσεων και σεχταριστικής βίας, που πάει πίσω στην εποχή των Κελτών, απαιτεί πολλή μελέτη.

Όμως τον Μπράνα δεν τον ενδιαφέρουν αυτά. «Οι θρησκείες φταίνε για όλα» ακούγεται στην ταινία του, που υιοθετεί την οπτική του πιτσιρικά ήρωα της καθώς η κάμερα βρίσκεται σχεδόν πάντα στο «ύψος» του. Μοναδική εξαίρεση η εναρκτήρια σεκάνς, μια μικρή περιήγηση στο σημερινό Μπέλφαστ, κινηματογραφημένη σε εντυπωσιακά, έγχρωμα πανοραμίκ πλάνα. «Δείτε τι καταφέραμε» μοιάζουν να μας λένε. Δεδομένων βέβαια των ταραχών που μαστίζουν την πόλη μετά το Brexit, θα έλεγε κανείς πως τα πλάνα αυτά δεν είναι εντέλει και τόσο «σημερινά».

Είναι όμως πολύ όμορφα.

Και πως θα μπορούσαν να μην είναι όμορφα; Δεν είναι τυχαίος ο άνθρωπος πίσω από την κάμερα. Προσωπικά κιόλας δηλώνω θετικά προδιατεθειμένος απέναντι σε κάθε νέα ταινία του, και κάποιες εξ αυτών μου αρέσουν μάλλον αρκετά. Ξέρω τα ελαττώματα του, ναι, όλα πρέπει να δείχνουν μεγαλειώδη (επειδή όλες οι ιστορίες εκεί έξω έχουν τις ρίζες τους στα μεγάλα κλασσικά έργα – ή και όχι Κένεθ), αλλά πολλές φορές προκύπτει κάτι σπουδαίο απ’ αυτή την τρέλα του μεγαλείου. Οι χειρότερες δε ταινίες του είναι αυτές που γυρίζει με το ένα πόδι στο φρένο: Όταν απασφαλίζει, θες να δεις που θα το πάει (ένα καλό παράδειγμα, το αδικημένο από την κριτική remake του «Sleuth»).

Όσο βαθύ κι αν είναι το Φελινικό αποτύπωμα στην ταινία του όμως (χωρίς να απουσιάζει η βρετανική κοψιά, με το ασπρόμαυρο του free cinema να συναντά τον Τέρενς Ντέιβις), ποτέ δεν αισθάνεσαι πως το όχημα έχει εκτροχιαστεί. Αυτό μοιάζει παράδοξο τώρα που το γράφω, στη μεγάλη οθόνη όμως γίνεται αμέσως κατανοητό το γιατί, και εδώ βρίσκεται η μεγάλη μου ένσταση με το «Μπέλφαστ»: Η οπτική γωνία του μικρού ήρωα του, διατηρείται καθ’ όλη τη διάρκεια του φιλμ, όχι επειδή πρόκειται να στηθεί εκεί ένα σπουδαίο δράμα (σε ένα τόσο τεταμένο κοινωνικά σκηνικό θα περίμενε κανείς δυο – τρεις σοβαρές κορυφώσεις) αλλά επειδή βολεύει τον Μπράνα.

Βολεύει να δηλώνεις πως το «Μπέλφαστ» είναι «η πιο προσωπική σου ταινία», αλλά πως αυτό είναι δυνατόν, όταν κινηματογραφικά όλα δείχνουν δανεικά από άλλους σκηνοθέτες; Βολεύει επίσης να λες, «Είναι μια ταινία για την αθωότητα». Και αναρωτιέμαι, η αθωότητα δεν τραυματίζεται; Εκτός αν μιλάμε για την αθωότητα, όχι του παιδιού, αλλά μιας ολόκληρης ταινίας που επιθυμεί και η ίδια να μείνει «αθώα» απέναντι σε μια βαθιά πληγή που ορίζει το ίδιο το θέμα της. Και πάλι θα μου πείτε, δικαίωμα της. Ασφαλώς, μόνο που σήμερα, σχεδόν 25 χρόνια μετά τη Συμφωνία του Μπέλφαστ (που «έκλεισε» έναν τριακονταετή κύκλο αίματος), η βία στην περιοχή έχει αναζωπυρωθεί. Είπαμε, οι μετασεισμοί του Brexit δεν έχουν αγγίξει τα εισαγωγικά, μεγαλειώδη πλάνα του «Μπέλφαστ».

Ομολογουμένως, κανένα παιδί δε δίνει δεκάρα για την πολιτική, και ο μικρός της ταινίας έχει πολύ πιο σοβαρά προβλήματα, όπως το να τραβήξει την προσοχή του πιο όμορφου κοριτσιού της τάξης. Όχι τυχαία, οι σκηνές στο σχολείο είναι και οι καλύτερες της ταινίας – οι μόνες που μοιάζουν «προσωπικές». Και μεταξύ μας τώρα, δε θα βγάζαμε άκρη, ακόμα κι αν μας εξιστορούσαν την αιματηρή πορεία της Ιρλανδίας προς την ανεξαρτησία, από την εποχή του Ερρίκου του Η’ ως τον 21ο αιώνα. Θα μας έπαιρνε ώρες ατελείωτες, και ίσως να μας έπιανε και μια στεναχώρια για τα βάσανα που υπέστη αυτός ο περήφανος λαός. Άλλο όμως να έχεις έναν μικρό ήρωα, και άλλο να με κανακεύεις προστατευτικά με «σινεμά αξιώσεων». Όπως και είναι άλλο να ξαναγράφεις την Ιστορία για να «διορθώσεις» την ανθρωπότητα μέσα από το σινεμά (αυτό που κάνει ο Ταραντίνο στις τελευταίες του ταινίες) από το να τη συμμαζεύεις για να στήσεις ένα ποιοτικό προϊόν που θα κερδίσει «κοινό και κριτικούς». Αυτή είναι, εντέλει, η θέση της ταινίας: Πάμε να φτιάξουμε κάτι όμορφο.

Δεν λέω πως δεν έχει δικαίωμα να είναι όμορφη μια τέτοια ταινία. Αυτό το απέδειξε άλλωστε ο Τζον Μπούρμαν, ο βρετανός σκηνοθέτης του, επίσης αυτοβιογραφικού «Ελπίδα και δόξα». Και όλα φωνάζουν «ποιότητα» εδώ: Η ασπρόμαυρη φωτογραφία, ένα κομψοτέχνημα. Οι ερμηνείες, αλφαδιασμένες μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια, όπως και η καλλιτεχνική διεύθυνση. Η δε μουσική του Βαν Μόρισον έρχεται να δώσει τον ρυθμό.

Αυτό το τελευταίο έχει δυο αναγνώσεις: O Μόρισον άφησε τη Βόρεια Ιρλανδία χρόνια πριν αρχίσουν οι Ταραχές, δίχως ποτέ να πάρει δημοσίως θέση - για δεκαετίες οι Ιρλανδοί τον αισθανόντουσαν λιγότερο «δικό τους». Ο Μπράνα έρχεται εδώ με διττό ρόλο: Αυτόν του νοσταλγού δραματουργού αλλά και του συμφιλιωτή. Που σημαίνει πως, τελικά, τον ενδιαφέρει και με το παραπάνω η Ιστορία, σε αυτό το ειδυλλιακό πορτραίτο μιας κάποιας πόλης, μιας κάποιας εποχής – και όχι μόνο στο επίπεδο της αναπαράστασης. Το κάνει όμως παίζοντας κρυφτούλι πίσω από τον μικρό του ήρωα, ούτως ώστε να οικειοποιηθεί ένα αθώο, άρα και ασφαλές βλέμμα. Θα μου πείτε, όσο πιο ασφαλές το πλαίσιο, τόσο πιο «όμορφο» προκύπτει το θέαμα. Και για μένα, εκεί προκύπτει και το ζήτημα. Γιατί ναι, έχει και μια τέτοια ταινία δικαίωμα στην ομορφιά. Σε τόση «ομορφιά» όμως; Επιφυλάσσομαι.  

Στο «Αζόρ: Ο κώδικας του τραπεζίτη», ένας Ελβετός τραπεζίτης εξαφανίζεται στο Μπουένος Άιρες του 1980 κι ο αντικαταστάτης του προσπαθεί να ανακαλύψει τι του συνέβη, ενώ την ίδια στιγμή εφησυχάζει τους ηγέτες του καθεστώτος ότι τα χρήματα που έχουν αρπάξει από τα θύματα τους είναι ασφαλή. Από’ κει, ξεκινάει μια διαδρομή σκοτεινή, που φτάνει σε ένα αποκαλυπτικό φινάλε. Ο Αντρέας Φοντάνα επιχειρεί μια ανατομία στη μεγαλοαστική τάξη της Αργεντινής με στόχο ακόμα πιο φιλόδοξο, η διαδοχή των ολοένα και πιο σκοτεινών «κεφαλαίων» της ιστορίας του όμως αγκομαχά, δέσμια του «φορτίου» τους αλλά και ενός ρυθμού που, ειλικρινά, δεν την εξυπηρετεί και τόσο.

Τέλος, πέντε χρόνια μετά την ταινία «Χρυσή Αυγή: Προσωπική Υπόθεση», η ντοκιμαντερίστρια Αντζελίκ Κουρούνις, επιστρέφει με την ταινία: «Χρυσή Αυγή υπόθεση όλων μας». Η ερώτηση αυτήν τη φορά είναι: Ποια θα μπορούσε να είναι η αντίσταση σ’ αυτήν την ιδεολογία που εξαπλώνεται σε όλη την Ευρώπη.

Προτεινόμενα για εσάς