Πολιτική
Τετάρτη, 01 Οκτωβρίου 2003 20:00

Ανεπίσημα πρακτικά δίκης 17Ν (01/10/2003) Μέρος 1/4

ΔΙΚΗ 17Ν

ΤΕΤΑΡΤΗ 1 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2003

ΩΡΑ ΕΝΑΡΞΕΩΣ: 09:05

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: ΜΙΧΑΗΛ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ

Α΄ ΜΕΡΟΣ

09:05 – 10:55

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Καλημέρα και καλό μήνα σε όλους. Επαναλαμβάνεται η συνεδρίαση που έχει διακοπεί. Πρέπει να συνεχίσει η κα Κούρτοβικ. Μας είπε χθες για τους «κακούς›, σήμερα θα πει για τους «καλούς› φαντάζομαι.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Ο Σύλλογός μας έχει κηρύξει 48ωρη απεργία. Μετέχω αλλά είναι Προσωπικό Ασφαλείας.

Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Να φύγουμε;

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ένα λεπτό.

Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Εμείς για συμπαράσταση στους Γραμματείς κ. Πρόεδρε?..

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Όλα είναι για την ασφάλεια. Σας γνωρίζουμε ότι από την απόφαση Τριμελούς Διεύθυνσης οριστήκατε Προσωπικό Ασφαλείας, προς τον κ. Ιωάννη Διαλυνά. Επομένως εξαιρείται αυτός κι εμείς.

Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Εμείς πάντως δηλώνουμε την συμπαράστασή μας γενικά στους Γραμματείς.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Αλλιώς καταλαβαίνω πόσο πρόβλημα θα σας δημιουργούσαν που θα διακόπτατε την πορεία?..

ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: (Εκτός μικροφώνου)

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Οι ίδιοι δεν νομίζω ότι μας απειλούν εμάς. Οι άνθρωποι είναι κατηγορούμενοι. Τους βλέπουμε σαν κατηγορουμένους. Δεν υπάρχει θέμα. Αυτοί μπορεί να λένε «ταξικοί εχθροί› και τέτοια πράγματα. Εμείς δεν τα συμμεριζόμαστε αυτά. Προσωρινά εκπροσωπείται ο Βασίλης Ξηρός από τον κ. Καρύδη.

Η κα Κούρτοβικ έχει το λόγο.

Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Είπα χθες κ.κ. Δικαστές ξεκινώντας περίπου την τοποθέτησή μου, την αγόρευσή μου ότι υπάρχει ένας παράγοντας, ένας από τους παράγοντες που μας επικαθορίζει. Είναι ο Τύπος. Σας είπα ότι πολλές φορές συνέβη στην διάρκεια της Δίκης να έρθετε σε αυτή την αίθουσα έχοντας νέες αναγνώσεις των γεγονότων των όσων είχαμε ζήσει εδώ μέσα την προηγούμενη ημέρα, νέες αναγνώσεις που προερχόντουσαν από τον Τύπο.

Θα κάνω μία έκκληση στο Δικαστήριό σας να ταχθεί σε αυτά που ακούει, σε αυτά που γίνονται, σε αυτά που λέγονται σε αυτή την αίθουσα και να μην ακούσει αυτά που ερμηνεύονται έξω από αυτή την αίθουσα. Από χθες το απόγευμα δέχομαι μια γενικευμένη επίθεση για την τοποθέτησή μου και ιδιαίτερα για όσα είπα για την περίπτωση του Παύλου Μπακογιάννη, επίθεση που φτάνει συχνά να παίρνει τον χαρακτήρα απειλής και εκβιασμού ηθικής και πολιτικής απαξίωσης.

Εγώ σε αυτή την αίθουσα δεν βρίσκομαι για να αξιολογήσω πολιτικά την δράση των κατηγορούμενων, δεν είναι αυτό που αντιστοιχεί σε έναν υπερασπιστή. Τις όποιες πολιτικές αξιολογήσεις μου τις κάνω έξω από αυτή την αίθουσα. Εδώ μέσα νομίζω ότι ο ρόλος μου είναι να αναδείξω από αυτή την υπόθεση αυτά τα στοιχεία που αφορούν την ποινική διαδικασία και με αυτή την έννοια προσπάθησα χθες και θα προσπαθήσω σήμερα πολύ πιο εκτεταμένα να αναδείξω αυτά τα στοιχεία που κατ’ εμέ θεμελιώνουν τον πολιτικό χαρακτήρα της δράσης, τον πολιτικό χαρακτήρα των πράξεων τις οποίες καλείστε να δικάσετε εδώ μέσα και να αξιολογήσω πώς αυτό ερμηνεύεται από πλευράς νομικής θεωρίας και με δεδομένο ότι τόσο η ιστορική πορεία αυτού του φαινομένου όσο και οι ιδιαίτερες διαστάσεις του είναι κάτι το οποίο αφορά το Δικαστήριό σας και πρέπει να αποτιμηθεί στην απόφασή σας για να μπορεί αυτή η απόφαση να έχει στοιχεία που αντιστοιχούν σε αυτό που σκέφτεστε και που νιώθετε μέσα σε αυτή την αίθουσα γι’ αυτό που δικάζετε.

Η αναφορά μου στον Παύλο Μπακογιάννη, στην περίπτωση, στην ενέργεια κατά του Παύλου Μπακογιάννη και ο χαρακτηρισμός της ως «κορυφαίας πολιτικής ενέργειας της Οργάνωσης με βαρύτατη ποινική απαξία›, αυτή ήταν η φράση που χρησιμοποίησα για την οποία και δέχομαι τα πυρά. Ήταν μία φράση η οποία ακριβώς προσπαθούσε όχι να αξιολογήσει πολιτικά αυτό το φαινόμενο αλλά να καταγράψει, ούτε είχε χαρακτήρα καταξίωσης αυτού του περιστατικού, αυτής της ενέργειας αλλά ήθελε να καταγράψει το γεγονός ότι ήταν κορυφαία στιγμή της αντιπαράθεσης της Οργάνωσης με τον πολιτικό μηχανισμό και με τον πολιτικό κόσμο της χώρας. Ήταν η πρώτη φορά που η Οργάνωση πέρασε από το να χτυπάει στόχους οι οποίοι συνδεόντουσαν με τον ιμπεριαλισμό, οι οποίοι συνδεόντουσαν με την οικονομική ολιγαρχία, με τις οικονομικές δομές και οι οποίοι έβρισκαν ανταπόκριση μέσα στον κόσμο, ήταν πρώτη φορά που πέρασε στο να χτυπήσει αυτό καθ’ αυτό το πολιτικό σύστημα, έφτασε να χτυπήσει τον πολιτικό κόσμο και είχε και τις συνέπειες που είχε.

Σε αυτό το πράγμα αναφέρθηκα. Προσπάθησα να καταδείξω πολύ σύντομα βέβαια ότι ακριβώς αντιστοιχιζόμενη με την τοποθέτηση του κ. Εισαγγελέα ότι αυτό το πράγμα περισσότερο από άλλες ενέργειες της Οργάνωσης αναδείκνυε τον πολιτικό χαρακτήρα και με την έννοια του καθ’ ημάς πολιτικού εγκλήματος, της αντικειμενικής θεωρίας δηλαδή και γι’ αυτό το λόγο την χαρακτήρισα όπως την χαρακτήρισα.

Επανερχόμενοι λοιπόν σε αυτό που είπα ότι νομίζω ότι πρέπει να αξιολογήσουμε ιστορικά, να προσεγγίσουμε ιστορικά το φαινόμενο για να δούμε τις πολιτικές του διαστάσεις και να μπορέσουμε να το αποτιμήσουμε μέσα σε αυτή την αίθουσα, θα προσπαθήσω να πω τι ήταν η 17Ν και πώς φτιάχτηκε με τα στοιχεία που προέκυψαν μέσα σε αυτή την αίθουσα και τα στοιχεία που προκύπτουν από τις προκηρύξεις τους και από το λόγο όποιων και όσων εκφράστηκε σε αυτή την αίθουσα.

Ούτε λοιπόν συνωμοσιολογισμός ούτε μυστικολογία, ούτε πράκτορες, ούτε Μυστικές Υπηρεσίες που ήθελε η επίσημη Αριστερά, ούτε φανατικοί διανοούμενοι και υπολείμματα Σταλινικά που ήθελε η πολιτική αγωγή, ούτε serial killer που ήθελε ο κ. Αναγνωστόπουλος, ούτε περίεργοι κύκλοι και σκοτεινά συμφέροντα που ήθελε ο κ. Πέτσος.

Η 17Ν – θα χρησιμοποιήσω την φράση που χρησιμοποίησε γι’ αυτήν ο κατηγορούμενος τον οποίο εκπροσωπώ στην απολογία του – ήταν μια χούφτα απλοί, λαϊκοί άνθρωποι που πίστεψαν ότι με απλά κατ’ αυτούς, πολύ σκληρά κατ’ εμάς μέσα μπορούσαν να αποδείξουν ότι οι υπερεξοπλισμένοι μηχανισμοί της εξουσίας δεν ήταν αήττητοι. Το έκαναν αυτό όχι με σκοπό να καταλάβουν την εξουσία. Παράδοξα αυτό θέλει η αντικειμενική θεωρία περί πολιτικού εγκλήματος, μια εκδοχή που παραπέμπει απευθείας αποκλειστικά και μόνο στο πραξικόπημα ή στην επανάσταση, για να θυμίσω αυτά που λέγαμε και στην αρχή της δίκης ότι εάν μεν έχουν πραξικόπημα χρεώνουμε ιδιοτέλεια στους αυτουργούς, εάν έχουμε επανάσταση δεν φτάνουμε ποτέ σε αυτές τις αίθουσες να συζητήσουμε για πολιτικά εγκλήματα, διότι η επανάσταση δημιουργεί δίκιο.

Δεν ήταν λοιπόν ιδιοτελής σκοπός της κατάκτησης της εξουσίας αλλά ο σκοπός του να σταλεί ένα μήνυμα δυναμικής αντίστασης στην κοινωνία, να ενεργοποιηθούν τα Λαϊκά Κινήματα, να ριζοσπαστικοποιηθούν τα Λαϊκά Κινήματα με απώτερο στόχο την ανατροπή του δοσμένου πολιτικού συστήματος και την πορεία προς το επόμενο στάδιο της ιστορίας, τον σοσιαλισμό.

Ποιο πολιτικό σύστημα, ποιο κοινωνικό σύστημα; Ένα κοινωνικό σύστημα που κι εμείς κι εσείς και όλος ο πολιτικός κόσμος της χώρας καταδικάζουμε. Το σύστημα της παγκοσμιοποιημένης βαρβαρότητας, των πολέμων, της φτώχιας, της αδικίας, το σύστημα όπου αποξενώνεται ο πολίτης από τις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων, όπου αποβάλλονται οι εκπρόσωποί του από τους θεσμούς εκπροσώπησης, όπου αποξενώνεται ο παραγωγός από το προϊόν του μόχθου του, όπου ο κοινωνικός πλούτος οδηγείται σε μια αισχρά μειοψηφική ολιγαρχία, όπου οι πολίτες υποβιβάζονται σε αποχαυνωμένους καταναλωτές βιομηχανικών σκουπιδιών και υποπολιτιστικών προϊόντων.

Ποιο ήταν το περιβάλλον στο οποίο γεννήθηκαν αυτά τα φαινόμενα; Το περιβάλλον στο οποίο γεννήθηκαν αυτά τα φαινόμενα γενικότερα τότε ήταν η μεταπολίτευση. Ένα περιβάλλον που χαρακτηριζόταν από την δυσπιστία του συνόλου των πολιτικών δυνάμεων της χώρας απέναντι στην πολιτική αλλαγή. Δεν πίστεψε ο πολιτικός κόσμος της χώρας ότι είχαμε μια πολιτική αλλαγή. Δεν πίστεψε ότι άλλαξε η πολιτική κατάσταση όπως καταγραφόταν από την εθνική εξάρτηση, από την οικονομική εξάρτηση και από την πολιτική υποτέλεια. Αντίθετα είχε την βεβαιότητα το σύνολο σχεδόν των δημοκρατικών δυνάμεων της χώρας ότι είχαμε περάσει στη φάση μιας ψευτοδημοκρατίας στα πλαίσια της οποίας δεν υπήρχε περίπτωση, δεν ήταν δυνατή η διάχυση των δικαιωμάτων προς τις λαϊκές τάξεις και όπου πολύ γρήγορα θα αντιμετωπίζαμε μία παλινόρθωση του παρακράτους.

Να αναφερθώ σε αυτά που ήδη σας έχουμε δώσει, σας έχουμε καταθέσει και στην έδρα, στις συνεντεύξεις τότε του Παπανδρέου στο «Nouvel Observateur›. Δεν σας το είχα δώσει στην έδρα αλλά είναι ιστορική συνέντευξη. Είναι η συνέντευξη που δίνει ο Ανδρέας Παπανδρέου στις 10/10/1974 στα «Επίκαιρα› τότε όπου μιλάει στον μεν Nouvel Observateur για κίνδυνο παλινόρθωσης έναντι του οποίου οι πολίτες πρέπει να είναι έτοιμοι να αμυνθούν με κάθε μέσο και το «με κάθε μέσο› ήταν μία έκφραση που είχε περάσει τότε και στις αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Αναφέρομαι γιατί το «με κάθε μέσο› σήμαινε τα ένοπλα, την ένοπλη βία που όπως είχε καταγραφεί και μέσα στις αποφάσεις των Γενικών Συνελεύσεων του ΟΗΕ όπως είπα οι οποίες βγήκαν για τα αποικιοκρατικά κινήματα.

Στην δε ιστορική του αυτή συνέντευξη στα «Επίκαιρα› ο Ανδρέας Παπανδρέου απαντώντας στα καυτά ερωτήματα των «Επικαίρων› λέει στις 23 Ιουλίου: «δεν παραχωρήθηκε η εξουσία αλλά μόνο η κυβέρνηση›. Η φράση είναι ιστορική. Χαρακτήρισε εκείνη την περίοδο και την δράση του κυβερνώντος σήμερα Κόμματος.

Υπήρχε λοιπόν αντίστοιχα στους χώρους της ριζοσπαστικής Αριστεράς η γενικευμένη διαπίστωση ότι η ιστορική Αριστερά που είχε νομιμοποιηθεί μετά την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος, είχε ενσωματωθεί στο πολιτικό σύστημα και είχε εγκαταλείψει τις θέσεις δυναμικής αντίστασης και είχε εγκαταλείψει τις θέσεις, τις προοπτικές για μία μετάβαση σε αυτό που είπα πριν, στο επόμενο στάδιο της ιστορίας.

Υπήρχε αντίστοιχα ένας αέρας που φύσαγε από την πτώση της Δικτατορίας, ένας αέρας επιθυμίας για κοινωνική αλλαγή. Μια κοινωνική αλλαγή η οποία φαινόταν ότι βρισκόταν κοντά εκείνες τις αμέσως επόμενες ημέρες, τις αμέσως τελευταίες ημέρες της Δικτατορίας, μια κοινωνική αλλαγή όμως, μια βαθύτερη κοινωνική αλλαγή, ένα βαθύτερο κοινωνικό μετασχηματισμό, έναν μετασχηματισμό ο οποίος δεν ήρθε.

Υπήρχε αντίστοιχα ένα περιβάλλον που καθόριζε η διεθνής συγκυρία. Οι δυναμικές εξεγέρσεις, ηρωικές και νικηφόρες, αναφέρομαι και στις αναφορές που έκανε ο κ. Εισαγγελέας. Η γοητεία των αντάρτικων της Λατινικής Αμερικής, η εμπειρία της Ινδοκίνας, ο αγώνας του Βιετνάμ, του λαού του Βιετνάμ, τα Εθνικοαπελευθερωτικά Κινήματα, το Παλαιστινιακό, ο Τσε με τις αξίες του για την πρωτοκαθεδρία της δράσης με το σύνθημα το γνωστό φαντάζομαι και στον κ. Εισαγγελέα ότι για έναν επαναστάτη οι συνθήκες είναι πάντα ώριμες.

Υπήρχε αντίστοιχα ένα κλίμα που διαμορφωνόταν στην Ευρώπη όπου κάτω από τις δικές τους διαδρομές οι ανυπόμονες και ανήσυχες γενιές του Μάη ανάπτυξαν αντίστοιχου τύπου Οργανώσεις με χαρακτηριστικά την κριτική του πολιτικού συστήματος. Ενός πολιτικού συστήματος της Αστικής Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας το οποίο θεωρούσε ότι βρίσκεται σε παρακμή. Ήταν μία περίοδος κρίσης του πολιτικού συστήματος στην Ευρώπη, τη διαπίστωση ότι οι θεσμοί πολιτικής εκπροσώπησης δεν μπορούσαν πια να ανταποκριθούν στις ανάγκες της κοινωνίας, τη διαπίστωση ότι το Κοινοβούλιο, η Βουλή δεν μπορούσε πια να εκφράσει τις λαϊκές τάξεις των οποίων υποτίθεται ότι είχε την εντολή, τη διαπίστωση ακόμα ότι ο πολιτικός κόσμος, ότι η Αριστερά κι εκεί ενσωματωμένη από χρόνια εκεί είχε υποστείλει τις σημαίες των αγώνων και είχε εγκαταλείψει τα οράματα για μια άλλη κοινωνία, μία άλλη διαφορετική κοινωνία, όχι μία άλλη καλύτερη κοινωνία.

Υπήρχε αντίστοιχα η αντίδραση στις νέες μορφές χειραγώγησης που επέβαλλε η μεταβιομηχανική περίοδος. Υπήρχαν οι ιδέες, οι νέες επεξεργασίες που γινόντουσαν στην Ευρώπη εκείνης της εποχής για την αυτοδιαχείριση. Δεν ανακάλυψε η 17Ν την αυτοδιαχείριση, δεν ανακάλυψε η 17Ν τον σοσιαλισμό, δεν ανακάλυψε η 17Ν την άμεση δημοκρατία. Ήταν επεξεργασίες εκείνης της περιόδου και από πολύ σημαντικούς εκπρόσωπους της πολιτικής θεωρίας.

Έτσι λοιπόν μέσα σε αυτό το περιβάλλον ένα κομμάτι νέων που μπορώ να το πω, προερχόντουσαν από τις καλύτερες δυνάμεις εκείνων των κοινωνιών, από το καλύτερο κομμάτι της κοινωνίας που θα μπορούσε ενεργοποιούμενο – λέχθηκε πολλές φορές εδώ – σε άλλους χώρους να διαπρέπει και να κυβερνά σήμερα αντί να βρίσκεται στις φυλακές, διάλεξε τον δρόμο της ένοπλης πάλης διεκδικώντας την επιτάχυνση της ιστορίας κ. Πρόεδρε, να επιταχύνει τις ωριμάνσεις της ιστορίας στις οποίες συχνά αναφέρεστε νομίζω.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Μπορεί να έχουμε όμως διαφορετική αντίληψη για την ιστορία. Καμιά φορά υπάρχει κυκλικότητα στην ιστορία κα Κούρτοβικ.

Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Εάν θεωρήσουμε ότι υπάρχει κυκλικότητα και δεν υπάρχει ανέλιξη σε αυτή την κυκλικότητα?..

(Διαλογικές συζητήσεις)

Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Αυτό λοιπόν ήταν το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννήθηκαν τα φαινόμενα των Οργανώσεων μειοψηφικής βίας. Αυτό ήταν το πολιτικό σκηνικό μέσα στο οποίο προέκυψε και η Οργάνωση της οποία η δράση δικάζεται, δικάζουμε σε αυτή την αίθουσα. Ήταν ένα πολιτικό σκηνικό, ήταν ένα πολιτικό σκεπτικό, ήταν μια πολιτική Οργάνωση που είχε πολιτικούς λόγους συγκρότησης και πολιτικές αιτίες και πολιτικούς στόχους.

Μπαίνει βέβαια το ερώτημα: δικαιολογούσε η κατάσταση εκείνη την γέννηση τέτοιων φαινομένων; Και για να μπορέσουμε να τα καταλάβουμε φαντάζομαι σήμερα σε απόσταση από τον χρόνο γένεσης, σε απόσταση από το περιβάλλον που τα παρήγε θα πρέπει να προσπαθήσουμε να έρθουμε σε κείνη την περίοδο, να καταλάβουμε το αίσθημα διάψευσης και απογοήτευσης που διαπερνούσε τις νέες γενιές την επόμενη του Μάη. Να καταλάβουμε αυτό που καταγράφτηκε. Δεν υπάρχει αντίστοιχη λέξη στην δική μας γλώσσα τόσο περιεκτική όσο υπάρχει στην λατινική της έκφραση το frustration, η frustratione της ιταλικής εμπειρίας, η διάψευση, απογοήτευση για την υποστολή των σημαιών, για την εγκατάλειψη των αντιστάσεων, για την εγκατάλειψη των οραμάτων.

Ήταν ένα ισχυρό κίνητρο γι αυτούς που επιθυμούσαν την επιτάχυνση της ιστορίας, ήταν μια ισχυρή βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκαν αυτές οι προοπτικές, μέσα από την οποία οι άνθρωποι οδηγήθηκαν σ’ αυτή την πορεία.

Ποιο ήταν το πολιτικό σκεπτικό αυτής της Οργάνωσης; Είχε πολιτικό σκεπτικό; Είχε πολιτική ταυτότητα; Είχε πολιτική ταυτότητα, και η πολιτική ταυτότητα είναι αυτό ακριβώς που χαρακτηρίζει ακριβώς έναν πολιτικό σχηματισμό –να πω ότι περιγράφοντας όλα αυτά τα στοιχεία προσπάθησα να πω ότι πρόκειται για έναν πολιτικό σχηματισμό- είχε λοιπόν πολιτική ταυτότητα, είχε πολιτικό λόγο. Πολιτικό λόγο ο οποίος προέκυπτε από τις προκηρύξεις της. Έναν τεράστιο όγκο παραγωγής γραπτού λόγου.

Δεν είναι το ζήτημα αν συμφωνούμε ή δεν συμφωνούμε, δεν είναι το ζήτημα αν μας αρέσει ή δε μας αρέσει το περιεχόμενο, το ζήτημα είναι αν αυτός ο λόγος είναι πολιτικός, αν αυτός ο λόγος καταγράφει πολιτικές κριτικές και πολιτικές προοπτικές, πολιτικό σχέδιο και αν αυτός ο λόγος καταγράφει πολιτική ταυτότητα. Αυτό λέω εγώ, το σύνολο των προκηρύξεων αυτής της Οργάνωσης που αποτελεί τον πολιτικό της λόγο, καταγράφει μια πολιτική ταυτότητα.

Έγιναν κάποιες αναγνώσεις των προκηρύξεων από πλευράς της Πολιτικής Αγωγής μέχρι σήμερα, αναγνώσεις που προσπαθούσαν με επιλεκτική αποσπασματικότητα, να διαστρεβλώσουν θέσεις, να διαστρεβλώσουν μηνύματα, να αντλήσουν συμπεράσματα, να απαξιώσουν και να υπονομεύσουν τον πολιτικό της λόγο. Δεν εννοώ ότι έπρεπε η Πολιτική Αγωγή να καταξιώσει τον πολιτικό της λόγο, έπρεπε να τον αναγνωρίσει, όφειλε να τον αναγνωρίσει. Γιατί νομίζω ότι αυτός ο πολιτικός λόγος είναι αυτό το οποίο δικάζεται καταρχήν ως διάσταση των πράξεων τις οποίες έρχεστε να δικάσετε.

Η πραγματικότητα είναι ότι ανεξάρτητα από το αν συμφωνούμε ή δεν συμφωνούμε, ο πολιτικός λόγο αυτός καταγράφει ένα πολιτικό πιστεύω, καταγράφει πολιτική κριτική, καταγράφει την βούληση για πολιτική παρέμβαση, συνιστά πολιτική παρέμβαση ο ίδιος ο λόγος και αιτιολογεί και την επιμέρους πολιτική παρέμβαση που συνιστά, που αποτελεί η συγκεκριμένη πολιτική δράση. Μια δράση που χρησιμοποιούσε μέσα ακραία, μέσα ακραίας βίας, μέσα όμως τα οποία καταγράφονται σαν μέσα άσκησης πολιτικής στην ιστορική πραγματικότητα, στην ιστορική εμπειρία.

Είχα προετοιμαστεί να σας διαβάσω μερικά κομμάτια των προκηρύξεων, αλλά διαβάστηκαν όλες εδώ, να μην σπαταλήσουμε το χρόνο, είναι γνωστό το περιεχόμενο των προκηρύξεων, είναι γνωστή η συνθηματολογία των προκηρύξεων. Είναι γνωστό ότι οι θεματικές που έθετε και γύρω απ’ τις οποίες οργάνωνε τη δράση της η Οργάνωση, όπως βγαίνουν μέσα από αυτές τις προκηρύξεις, είναι πολιτικές θεματικές οι οποίες πολιτικές θεματικές αποτελούσαν και θεματικές των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων και των κομμάτων εξουσίας εκείνης της περιόδου και όχι μόνο εκείνης, αλλά μέχρι και σήμερα.

Η αντίθεση στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και στον ιμπεριαλισμό γενικότερα. Η αντίθεση στην πολιτική των προσωπικών συμφερόντων και της διαπλοκής. Η καταγγελία και πάλη ενάντια στην ανισότητα, στη συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια μιας οικονομικής ολιγαρχίας.

ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: (εκτός μικροφώνου)

Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Στο τηλέφωνό μου και του γραφείου και στο κινητό μου, έχω συχνά απειλητικά μηνύματα, ύβρεις. Προέρχονται από τους ίδιους χώρους, δεν είναι κάποιος πολίτης που παίρνει, είναι περίπου οι ίδιες φωνές, είναι η ίδια πάντα καταγραφή μιας κλήσης από τηλέφωνο με απόκρυψη, είναι σαφές ότι προέρχονται από συγκεκριμένα κέντρα.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Κυρία Κούρτοβικ, εγώ μπορώ να πω γι αυτά τα μηνύματα που λέτε, αυτοί που δεν μιλούν καθόλου, λέτε να μην έχουν ποτέ μηνύματα; Αλλά ξέρουν ποια είναι η προέλευση των μηνυμάτων; Ποιον συμφέρει καμιά φορά να απειλούν τον α’ ή τον β’; Για σκεφτείτε. Εσείς, σαν Αριστερή όπως λέτε, μιλάτε και για προβοκάτσιες.

Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Όχι, εγώ μιλώ για κάτι άλλο. Μιλώ για πρακτικές που κατευθύνονται από πολύ συγκεκριμένα πρόσωπα, είναι μια πολιτική δίκη. Αναφέρομαι σε αυτό γιατί μου έδωσε το δικαίωμα ο κ. Αναπληρωτής Εισαγγελέας στην αγόρευσή του που αναφέρθηκε σε ένα σύστημα απειλών κατά θυμάτων. Δεν ξέρω, όλα μπορεί να συμβαίνουν. Νομίζω ότι αυτό ειδικά δεν μπορεί να συμβαίνει, νομίζω ότι είναι ο διογκωμένος φόβος και η αγωνία αυτών των ανθρώπων, ειδικά των οικογενειών των θυμάτων. Έχουν βιώσει τον φόβο και είναι λογικό ότι σήμερα ακόμα ζουν κάτω από εκείνη την ανάμνηση.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Θα δούμε ποιοι είναι οι απειλούντες και ποιοι οι απειλούμενοι, κάποια μέρα κα Κούρτοβικ. Ας τα αφήσουμε αυτά σας παρακαλώ...

Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Δεν επιχειρήσαμε ποτέ να απασχολήσουμε το Δικαστήριό σας, επ’ ευκαιρία το αναφέρω.

ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: (εκτός μικροφώνου)

Ι. ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ: Να συνεχίσω: Είπαμε για τον ιμπεριαλισμό, τη διαπλοκή, την οικονομική ανισότητα, την κοινωνική ανισότητα, την αυταρχοποίηση του κράτους, την καταστολή, την έξαρση της καταστολής που όχι μόνο μετά τη δικτατορία αλλά κυρίως μετά την πρώτη 5ετία του ΠΑΣΟΚ ήταν ένα φαινόμενο το οποίο έπαιρνε τρομερές διαστάσεις και με κορύφωση τα πρώτα χρόνια μετά το ’90. Μια κατάσταση η οποία συνεχίστηκε έκτοτε και μέχρι σήμερα.

Ήταν όμως παράλληλα αυτές οι θεματικές οι οποίες αποτελούσαν θεματικές όπως είπα των πολιτικών δυνάμεων όλης της χώρας. Όλοι μας αυτά βλέπαμε σαν ζητήματα επάνω στα οποία έπρεπε να οργανώσουμε την πάλη μας. Ήταν ακόμα από την πλευρά της Οργάνωσης μια αμφισβήτηση της ικανότητας του πολιτικού συστήματος να εκπροσωπεί την κοινωνία. Ήταν η αμφισβήτηση των πολιτικών εκπροσώπων, να εκπροσωπούν το πολιτικό σώμα. Ήταν η αδυναμία της Αριστεράς να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που της έβαζαν οι ιστορικές της παραδόσεις. Ήταν η δρομολόγηση διαδικασιών για το επόμενο στάδιο της ιστορίας με απώτερο πρόταγμα τη λαϊκή εξουσία και τον σοσιαλισμό.

Είπα ότι όλο αυτό είναι μια πολιτική ταυτότητα, όλο αυτό είναι ένα πολιτικό σκεπτικό. Ένα πολιτικό σκεπτικό το οποίο δεν μπορείτε να αγνοήσετε, ένα πολιτικό σκεπτικό που καθορίζει τον χαρακτήρα της Οργάνωσης, επικαθορίζει και τον χαρακτήρα των ενεργειών της, ενέργειες με ακραία μέσα βίας όπως είπα, τις οποίες έρχεστε να δικάσετε.

Μπαίνει το ερώτημα –και μπήκε επανειλημμένα στη διάρκεια της Δίκης: Εντάσσεται η βία στην πολιτική δράση; Είναι η βία πολιτική δράση; Η βία είναι μια πολιτική πρόταση –σας διάβασα χθες ένα κομμάτι από τον τρόπο με τον οποίο ο κ. Λοβέρδος, κυβερνητικό στέλεχος, στο βιβλίο του «Παρεκκλίσεις από το κράτος δικαίου, τρομοκρατία και πολιτικό έγκλημα›, καταγράφει το πολιτικό έγκλημα και την πολιτική δράση.

Λέει λοιπόν ο κ. Λοβέρδος στη σελ. 44, ότι «η έννοια της πολιτικής είναι σαφώς ευρύτερη από τα οποιαδήποτε δικαιϊκά πλαίσια που καθορίζονται στα όρια μιας συγκεκριμένης συνταγματικής τάξης. Η βία είναι μια πολιτική πρόταση›. Στις ίδιες θέσεις είναι –θα επανέλθω μετά, παρακάτω και θα αναφερθώ στα αντίστοιχα κομμάτια- με τον ίδιο τρόπο τοποθετούνται με τα αντίστοιχα άρθρα τους στα οποία θα αναφερθώ, ο καθηγητής Γιάννης Πανούσης, η κα Συμεωνίδου, η κα Μπόσση στο βιβλίο της για την τρομοκρατία και μια πλειάδα ακόμα συγγραφέων, ο κ. Μανωλιδάκης, μια πλειάδα ακόμη νομικών θεωρητικών που προσεγγίζουν αυτό το ζήτημα.

Η βία λοιπόν είναι μια πολιτική πρόταση, είναι ένα φαινόμενο πολιτικής δράσης με έννοια ιστορίας. Είναι ένα φαινόμενο πολιτικής δράσης με διάσταση κοινωνίας, όπως την προσλαμβάνει η κοινωνία. Είναι ένα φαινόμενο πολιτικής δράσης όπως την προσλαμβάνει και την καταγράφει και η νομική θεωρία. Τί είναι πολιτική; Λέμε ότι είναι πολιτική η δράση εκείνη που αναπτύσσεται για τον μετασχηματισμό ή τη διατήρηση ενός πολιτικοκοινωνικού σχηματισμού.

Αναφέρομαι στον ορισμό που δίνει ο Πουλατζάς, «Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις›. «Μπορούμε να ορίσουμε ως πολιτική› λέει, «τις μορφές πολιτικής πρακτικής που επιχειρούν να μετασχηματίσουν τη συγκυρία την παρούσα ιστορική στιγμή, τη συγκεκριμένη κατάσταση των κοινωνικών ανταγωνισμών. Πολιτική πρακτική είναι εκείνη που αποσκοπεί στον μετασχηματισμό ή στη διατήρηση της ενότητας ενός κοινωνικού σχήματος στο μέτρο που έχει ως στρατηγικό στόχο τις δομές του κράτους στη θεσμοθετημένη πολιτική εξουσία›.

Πώς μπορεί μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια να αιτιολογείται η καταφυγή στη βία; Αιτιολογείται από το γεγονός ότι κατά τους θεωρητικούς των ριζοσπαστικών κινημάτων, το κράτος κατέχει το μονοπώλιο της βίας και το ασκεί πάνω σε κάθε δύναμη που το αμφισβητεί. Με την έννοια εκείνη, η βία των λαϊκών τάξεων είναι μορφή αντι-βίας στο μονοπώλιο της βίας του κράτους. Δεν το λέω εγώ κύριοι Δικαστές, το λένε οι θεωρητικοί των Κινημάτων αντίστασης βέβαια, το λέει η πολιτική θεωρία, το λέει η νομική θεωρία. Θα αναφερθώ παρακάτω σε συγκεκριμένα κείμενα. Αλλά θέλω να καταγράψω λίγο το φαινόμενο ιστορικά.

Να πω ότι το φαινόμενο της πολιτικής βίας σαν μιας βίας η οποία μπορεί να βρίσκει νομιμοποίηση μέσα στα πλαίσια της δοσμένης πολιτικής κατάστασης, του δοσμένου πολιτικού συστήματος, δεν το έχουν ανακαλύψει οι Μαρξιστές, δεν είναι μια εκδοχή του άγριου Κομμουνισμού όπως παρουσιάστηκε απέναντι. Έχει τις βάσεις της στην ιστορία των αστικών Κινημάτων. Είναι η αστική παράδοση που κληρονόμησε την λογική της βίας στα Μαρξιστικά Κινήματα.

Είναι η παράδοση εκείνη της Γαλλικής Επανάστασης, είναι η παράδοση εκείνη της γκιλοτίνας, είναι η παράδοση εκείνη η οποία θεωρεί και αποδέχεστε κι εσείς, ότι η τυραννοκτονία είναι μια μορφή βίας η οποία μπορεί να είναι νομιμοποιημένη κοινωνικά. Είναι η παράδοση εκείνη η οποία δέχεται και δέχεστε κι εσείς, ότι οι μορφές αντίστασης και εξέγερσης απέναντι σε ένα απολυταρχικό καθεστώς, απέναντι στις αυθαιρεσίες της εξουσίας, μπορούν να είναι νόμιμες, νομιμοποιημένες ηθικά, νομιμοποιημένες κοινωνικά και υπό όρους, αυτό το πράγμα μπορεί να αποτιμάται και στο νόμο.

Δεν είναι λοιπόν ένα ιστορικό φαινόμενο το οποίο είναι έξω από τις κοινωνίες η βία, δεν είναι ένα ιστορικό φαινόμενο το οποίο είναι έξω από το δίκαιο, αν και το δίκαιο βέβαια, οι πολιτικές μάλλον πρακτικές δεν οφείλουν να διεκδικούν απαραίτητα, με την ιστορική τουλάχιστον εμπειρία, τη νομιμοποίησή τους μέσα στα συγκεκριμένα δικαιϊκά πλαίσια, μέσα στα συγκεκριμένα συνταγματικά πλαίσια.

Λέει, για να αναφερθώ και πάλι στον κ. Λοβέρδο, ότι τα ίδια τα πολιτικά συστήματα αποτελούν αντικείμενο πολιτικών επιλογών, τα όρια των οποίων δεν μπορούν να περιλάβουν όλες τις δοσμένες πολιτικές προτάσεις. Πολιτικοί σχηματισμοί που μέχρι πρόσφατα μπορεί να αποτελούσαν τρομοκρατικές ομάδες, βρίσκονται σήμερα στην εξουσία, ενώ κόμματα που μέχρι χθες ήταν εκτός νόμου, σήμερα τα Κομμουνιστικά κόμματα, δε νοείται πολιτικό σύστημα στην Ευρώπη στο οποίο να μη συμμετέχουν, στο οποίο να μην είναι νόμιμη, αποδεκτή, νομιμοποιημένη η συμμετοχή τους στις διαδικασίες τις πολιτικές.

Υπάρχουν ακραίες μορφές λαϊκής βίας που νομιμοποιήθηκαν ιστορικά. Οι αστικές επαναστάσεις, τα Κινήματα –αναφέρθηκα πάλι στην τυραννοκτονία. Σας είπε ο Δημήτρης Κουφοντίνας απολογούμενος σ’ αυτή την αίθουσα και σε άλλες φάσεις της διαδικασίας, ότι θεωρεί ότι υπάρχει ένας κοινωνικός πόλεμος και θεωρεί ότι η δράσης τους εντασσόταν, ήταν μέρος, αυτού του κοινωνικού πολέμου. Σας ξένισε, ξένισε και τον Τύπο, το έβλεπα χθες στα κανάλια.

Στην περίπτωση των Οργανώσεως μειοψηφικής βίας, η αντιπαράθεση με το κράτος και τους μηχανισμούς της εξουσίας παίρνει πραγματικά τη μορφή ενός πολέμου, έτσι το βιώνουμε, ένας κοινωνικός πόλεμος είναι και ταξικός πόλεμος, όταν ένας πόλεμος κοινωνικού ανταγωνισμού καταγράφεται στην πολιτική θεωρία. Καταγράφεται στην κοινωνική εμπειρία, καταγράφεται και στην πολιτική θεωρία κύριοι Δικαστές.

Θα έρθω στον τρόπο με τον οποίο το αντιμετωπίζει. Να προσθέσω πρώτα ότι η αντίληψη που ενυπάρχει σ’ αυτή τη μορφή βίας, είναι ότι στα πλαίσια αυτού του κοινωνικού πολέμου, υπάρχουν θύματα κι από τις δύο πλευρές. Υπάρχει η αντίληψη ότι το κράτος είναι υπερεξοπλισμένο και η αντιμετώπιση του κράτους μπορεί να υπάρχει και ο υπερεξοπλισμός του κράτους προκαλεί θύματα από την άλλη πλευρά.

Υπάρχει η αντίληψη ότι αυτής της μορφής η βία μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο με μορφές βίας σαν αυτές που πιστεύουν ότι έχουν το δικαίωμα να εφαρμόζουν. Ας γυρίσουμε στη νομική θεωρία να δούμε πώς καταγράφεται αυτή η έννοια του πολέμου σε ό,τι αφορά τον χαρακτηρισμό των δράσεων αυτών των Οργανώσεων.

Να πω το εξής: Λέει ο κ. Μανωλιδάκης στο Ποινικό του Δίκαιου, στην «Επιτομή›, στο σημείο το οποίο αναφέρεται στο πολιτικό έγκλημα: Προτείνοντας να αντικατασταθεί η έννοια του πολιτικού εγκλήματος με τον πολιτικό εγκληματία, λέει ότι «είναι φανερός πως πρόκειται για κάποια εγκλήματα που σε σχέση με τα κοινά εγκλήματα, έχουν διαφορετική υποκειμενική απαξία τα πολιτικά εγκλήματα. Ο δράστης αυτού δεν θεωρείται εγκληματίας με την έννοια του αντικοινωνικού ατόμου που μισεί τους συνανθρώπους του και την κοινωνία, αλλά ιδεολόγος φανατικός στις απόψεις του για μια καλύτερη κοινωνία, κατά τη δική του βέβαια αντίληψη. Ο άνθρωπος μπορεί να διεκδικήσει τον τίτλο του δυναμικού αντίπαλου του πολιτικού εγκληματία, όταν δρα μέσα από έναν πολιτικό σχηματισμό, ενάντια στο πολιτικό σύστημα›.

Χρησιμοποιεί τον όρο για να καταγράψει την έννοια του πολιτικού εγκληματία, «πολιτικός αντίπαλος›. Η ειδική επιτροπή ανάλυσης του φαινόμενου της τρομοκρατίας στις ΗΠΑ, -γιατί τη θεωρία για την έννοια του πολιτικού εγκλήματος και τη θεωρία για τον τρόπο αντιμετώπισης των φαινομένων πολιτικής βίας την έχουμε από τις επεξεργασίες που έγιναν στην διαδικασία αποπολιτικοποίησης του πολιτικού φαινόμενου και εξοβελισμού του από την πραγματικότητα την δικαιϊκή με τις διατάξεις που εισήχθησαν στις επεξεργασίες γύρω από το θέμα της λεγόμενης τρομοκρατίας.

Λέει λοιπόν η ειδική επιτροπή ανάλυσης του φαινομένου της τρομοκρατίας που συστάθηκε στις ΗΠΑ προς τούτο, στον πρώτο ορισμό της για την τρομοκρατία, ότι πρόκειται για μια μορφή πολιτικού πολέμου που αποβλέπει σε πολιτικά αποτελέσματα. Για πόλεμο μιλά η επιτροπή. Στην κριτική του για το Ν. 2928 στα Ποινικά Χρονικά, ο κ. Παπαχαραλάμπους το 1998 μιλά για τη συσστράτευση των λιποτακτών του αντιπάλου, χρησιμοποιώντας όρους πολέμου, όρους πολεμικούς, όταν προσπαθεί να στιγματίσει τη διάταξη περί κατάδοσης.

Στο έργο του ο Ζαμπό αναφέρεται από τον καθηγητή Γιάννη Πανούση στο άρθρο του για την τρομοκρατία το 1986, λέει ότι «η τρομοκρατία συμβολίζει τα τρωτά μιας κοινωνικής δομής όπου οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και ανισότητες νομιμοποιούν τον εμφύλιο αυτό πόλεμο›. Ως πόλεμο λοιπόν αντιμετωπίζει και ως εμφύλιο μάλιστα, ο νομικός θεωρητικός εγκληματολόγος, τα ζητήματα της πολιτικής βίας.

Σ’ αυτό το άρθρο επίσης ο καθηγητής κ. Πανούσης περιγράφοντας αντίστοιχα το φαινόμενο λέει ότι πρόκειται για ένα κατ’ εξοχήν πολιτικό φαινόμενο. Το λέει το 1986, το λέει σε ανύποπτο χρόνο. Οι αυτουργοί πιστεύουν ότι η τρομοκρατικές ενέργειες συνιστούν ένα είδος νόμιμης άμυνας που εκδηλώνεται παράνομα και μία βίαια μέσα γιατί οι αμυνόμενοι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν νόμιμα και με ίσους όρους τους επιτιθέμενους μηχανισμούς καταστολής.

Με αυτή την έννοια αποτελεί ένα είδος πολέμου ενάντια σε ένα πολιτικό σύστημα όπου οι εκατέρωθεν δυνάμεις είναι πολιτικοκοινωνικοί αντίπαλοι και όχι πολιτικοί κοινωνικοί εγκληματίες. Όπως λοιπόν στον πόλεμο όλα τα μέσα επιτρέπονται έτσι κι εδώ – λέει κατά την εκδοχή τους – ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.

Το έβαλα γιατί νομίζω ότι είναι στο προηγούμενο κομμάτι του κειμένου όπου προσπαθεί να αποδώσει το σκεπτικό. Δεν είναι λέει αυτά τα φαινόμενα αντικείμενο της εγκληματολογίας όπως το δίκαιο του πολέμου χρειάζεται ένα δίκαιο κοινωνικοπολιτικής βίας για να μπορέσει να τους απαντήσει. Είναι λοιπόν η βία ένα ιστορικό φαινόμενο, είναι ένα πολιτικό φαινόμενο, είναι μία δράση πολιτική, είναι μία δράση η οποία μπορεί να προσεγγίζεται υπό όρους και με όρους πολέμου, με την έννοια του πολέμου και αυτό μας λέει η νομική θεωρία.

Βεβαίως εδώ έχουμε ένα κορυφαίο γεγονός άσκησης βίας, την αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής. Χρησιμοποιώ ξανά τον όρο «κορυφαίο› για να χαρακτηρίσω ακριβώς την κορύφωση, τα άκρα, τα ακραία όρια μιας πολιτικής λογικής και τα ακραία όρια μιας πολιτικής πρακτικής και όχι προφανώς – και το διευκρινίζω – με την έννοια της οποιασδήποτε αξιολόγησης εννοείται.

Στη λογική λοιπόν της συμμετοχής σε έναν πόλεμο εντάχθηκε και η λογική αυτή της αποδοχής από πλευράς των μελών αυτών των Οργανώσεων της ακραίας απαξίας ποινικής και κοινωνικής πράξης, της στέρησης ανθρώπινης ζωής. Λέει ο Ρεζί Ντε Μπρε στην απολογία του στο Βολιβιανό Στρατοδικείο που τον δίκασε μετά την σύλληψή του στην ομάδα του Τσε και μετά την εξόντωση του Τσε, δικάστηκε ο Ρεζί Ντε Μπρε κ. Εισαγγελεύ και στην απολογία του είπε «έξω από τους παράφρονες και τους φασίστες σε κανέναν δεν αρέσει ότι πρέπει οι άνθρωποι να γράφουν την ιστορία τους σκοτώνοντας›. Δεν ήταν μανιακοί της βίας οι κατηγορούμενοι.

Ο άνθρωπος είναι υπέρτατη αξία. Είναι υπέρτατη αξία και αδιαφιλονίκητα και αδιαμφισβήτητα. Είναι όμως μία αξία που υπό όρους στο ίδιο το σύστημά μας μπορεί και να σταθμίζεται, που υπό όρους η δικιά μας η αστική λογική, το δικό μας αστικό πολιτικό σύστημα μπορεί και να σταθμίζει και μπορεί και να ιεραρχεί.

Έτσι η έννομη τάξη που ανάγει το αγαθό της ζωής σε υπέρτατη αξία δεν διστάζει υπό όρους να το ιεραρχεί και να το θυσιάζει για άλλα αγαθά, για την προστασία άλλων αγαθών που μπορεί να μην είναι τα αγαθά του κοινωνικού συνόλου, μπορεί να μην είναι το γενικότερο δημόσιο συμφέρον, μπορεί να είναι τα αγαθά της διατήρησης του κύρους του και της αυθεντίας του.

Η αξία της ανθρώπινης ζωής σταθμίζεται και ο σεβασμός της κάμπτεται χωρίς ηθική δικαιολογία στην κατάσταση του πολέμου. Οι εντολείς του κ. Αναγνωστόπουλου δεν διανοήθηκαν ποτέ ότι οι στρατιώτες τους θα πρέπει να δικαστούν για τους εκατοντάδες φόνους αμάχων που έγιναν στο Ιράκ. Δεν μιλάω μόνο για τους φόνους, τις δολοφονίες που έγιναν με βόμβες από ψηλά στα πλαίσια μιας διαδικασίας που είναι νόμιμη δυστυχώς με το δίκιο μας. Μία επέμβαση, ένας πόλεμος και ο επιθετικός πόλεμος είναι νόμιμος δυστυχώς με το δίκιο μας με τον τρόπο που τα πράγματα τοποθετούνται, αλλά για τις εκατοντάδες των ανθρώπων ή δεκάδες των ανθρώπων – αγνοούμε τα νούμερα – που σκοτώθηκαν από σφαίρες στρατιωτών στην διάρκεια της Ιρακινής κατοχής είτε από φόβο, είτε από λάθος, είτε προληπτικά.