Απόψεις
Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2022 07:29

Ενεργειακή κρίση: Λάθος διάγνωση και λάθος θεραπεία

Τα διεθνή στοιχεία για την εξέλιξη της ενεργειακής κρίσης και την πορεία της ακρίβειας και της ενεργειακής φτώχειας στην Ευρώπη δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση. Επιβεβαιώνουν ότι η ενεργειακή κρίση είναι ένα διεθνές φαινόμενο που όμως στη χώρα μας παίρνει μεγαλύτερες διατάσεις και έχει χειρότερες συνέπειες σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Του Καθηγητή Γιάννη Α. Μυλόπουλου,
πρώην Πρύτανη ΑΠΘ

Τα διεθνή στοιχεία για την εξέλιξη της ενεργειακής κρίσης και την πορεία της ακρίβειας και της ενεργειακής φτώχειας στην Ευρώπη δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση.

Επιβεβαιώνουν ότι η ενεργειακή κρίση είναι ένα διεθνές φαινόμενο που όμως στη χώρα μας παίρνει μεγαλύτερες διατάσεις και έχει χειρότερες συνέπειες σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Η πρώτη αιτία της ενεργειακής κρίσης χρονολογικά είναι η αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου στις διεθνείς αγορές, από το καλοκαίρι του 2021 ακόμη, εξ αιτίας της διατάραξης του ισοζυγίου προσφοράς και ζήτησής του. Η πολιτική της μαζικής απανθρακοποίησης που ακολούθησαν τα ευρωπαϊκά κράτη προκειμένου να αντιμετωπίσουν την κλιματική κρίση, προκάλεσε ξαφνική αύξηση της ζήτησης του φυσικού αερίου η οποία με τη σειρά της οδήγησε σε αύξηση των τιμών.

Η δεύτερη αιτία της κρίσης, που ισχύει από το Φεβρουάριο 2022 και μετά, είναι ο πόλεμος Ρωσίας – Ουκρανίας και η απειλή μείωσης ή και διακοπής της προμήθειας φυσικού αερίου από την εμπόλεμη ζώνη, που ανεβάζει κατακόρυφα τις τιμές.

Τα διεθνή στοιχεία όμως δείχνουν και μια ακόμη αλήθεια, η οποία γίνεται προσπάθεια να κρυφτεί ή να υποβαθμιστεί στη χώρα μας.

Οι πολύ μεγαλύτερες αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας στη χώρα μας σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη, καταδεικνύουν τις εγχώριες αιτίες της ακρίβειας. Αιτίες που ανάγονται στη λάθος κατεύθυνση της διαχείρισης της ενεργειακής κρίσης.

  • Όπως αποκαλύπτει η Eurostat, οι αυξήσεις στις τιμές του ρεύματος στην Ελλάδα το πρώτο εξάμηνο του 2022 ήταν πολύ μεγαλύτερες από τους μέσους ευρωπαϊκούς όρους, με αποτέλεσμα να γίνουμε πρωταγωνιστές στην κούρσα των αυξήσεων στην Ευρώπη.
  • Η Ελλάδα κατατάσσεται σύμφωνα με τα διεθνή στοιχεία η πρώτη πιο ακριβή χώρα στην Ευρώπη ως προς την τιμή του μη οικιακού ρεύματος και η τρίτη πιο ακριβή ως προς την τιμή του οικιακού ρεύματος.
  • Όσον αφορά στην αύξηση της τιμής των καυσίμων, στην Ελλάδα αυτή είναι της τάξης του 54%, όταν ο μέσος ευρωπαϊκός όρος βρίσκεται στο 40%.
  • Αλλά και ο πλέον αντιπροσωπευτικός δείκτης της αύξησης των τιμών, ο πληθωρισμός, στη χώρα μας «τρέχει» με περισσότερο από 12%, τη στιγμή που ο μέσος ευρωπαϊκός διαμορφώνεται στο 10%, είναι δηλαδή 2 μονάδες μικρότερος.
  • Ειδικά ο ενεργειακός πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 61%, ενώ ο μέσος ευρωπαϊκός είναι 22 ολόκληρες ποσοστιαίες μονάδες μικρότερος.
  • Αν σκεφτεί κανείς ότι αυτές οι μεγάλες αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας συμβαίνουν σε μια χώρα που κατατάσσεται προτελευταία, στην 26η θέση δηλαδή ανάμεσα σε 27 χώρες της Ενωμένης Ευρώπης, ως προς την αγοραστική δύναμη των πολιτών, γίνεται αντιληπτό γιατί οι πολύ μεγαλύτερες από την Ευρώπη αυξήσεις που συμβαίνουν στην Ελλάδα, έχουν πολύ χειρότερες συνέπειες και προκαλούν πολύ μεγαλύτερη απειλή ενεργειακής φτώχειας.
  • Τα διεθνή στοιχεία, τέλος, δείχνουν ότι είμαστε η τρίτη χειρότερη χώρα της Ευρώπης, μετά τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία, ως προς την απειλή της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Η πολύ χειρότερη κατάσταση στην Ελλάδα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη οφείλεται στο γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει λάβει μέτρα ρύθμισης της ενεργειακής αγοράς και αντιμετώπισης των αιτίων της ακρίβειας, όπως συνέβη στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.

Η πολιτική των επιδοτήσεων που είναι η μόνη πολιτική για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης που εφαρμόζεται στη χώρα μας, είναι μια πολιτική εκ των υστέρων διαχείρισης της ακρίβειας και όχι έγκαιρης αντιμετώπισης και καταπολέμησης των αιτίων της, όπως είναι οι πολιτικές που εφάρμοσαν τα ευρωπαϊκά κράτη.

Η πολιτική των επιδοτήσεων είναι μια πολιτική που αφήνει ανεξέλεγκτες τις κερδοσκοπικές κινήσεις στην ενεργειακή αγορά και έρχεται εκ των υστέρων και αφού έχουν ήδη διαμορφωθεί πολύ αυξημένες τιμές, για να διαχειριστεί τη δεδομένη ακρίβεια, επιδοτώντας με δημόσιο χρήμα τους καταναλωτές.

Με τελικό αποδέκτη των επιδοτήσεων και πάλι τις ενεργειακές επιχειρήσεις. Οι οποίες κερδίζουν από την κρίση και λόγω των κερδοσκοπικών ανατιμήσεων που οι ίδιες προκαλούν και λόγω των επιδοτήσεων που τελικά καταλήγουν στα ταμεία τους.

Η διαφορετική πολιτική που ακολούθησε η ελληνική κυβέρνηση από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, μια πολιτική που είναι υπεύθυνη για τη μεγαλύτερη ακρίβεια και για τη μεγαλύτερη απειλή ενεργειακής φτώχειας στην Ελλάδα, στηρίζεται σε εσφαλμένη διάγνωση της ενεργειακής κρίσης που οδήγησε και σε εσφαλμένη θεραπεία.

Η εσφαλμένη διάγνωση ανάγεται κατά πρώτο στη θεώρηση ότι η κρίση είναι εισαγόμενη και συνεπώς η αντιμετώπισή της ξεφεύγει από τις δυνατότητες των εθνικών κυβερνήσεων. Μια θεώρηση που κατέπεσε από τις εξελίξεις στην Ευρώπη, όπου καταδείχθηκε ότι η ρύθμιση των εσωτερικών αγορών σε κάθε χώρα οδήγησε σε πολύ καλύτερα αποτελέσματα, όσον αφορά στις συνέπειες της ίδιας διεθνούς κρίσης, σε σχέση με την Ελλάδα.

Η εσφαλμένη διάγνωση όμως οφείλεται και στην ιδεοληπτική εμμονή της ελληνικής κυβέρνησης στο δόγμα της αυτορρύθμισης των αγορών. Μια θεώρηση που είναι γνωστό ότι για να ισχύει, χρειάζεται ιδανικές συνθήκες λειτουργίας των αγορών και όχι συνθήκες κρίσης και διατάραξης του ισοζυγίου της ενεργειακής προσφοράς και της ζήτησης, όπως τώρα.

Η πολιτική της μη ρύθμισης της ενεργειακής αγοράς και των εκ των υστέρων επιχορηγήσεων ευνοεί αποκλειστικά τα καρτέλ της ενέργειας, που αποκτούν υπερκέρδη από την κρίση.

Κι ακόμη, είναι μια πολιτική που είναι σε βάρος των πολιτών, οι οποίοι πλήττονται πολύ περισσότερο από την ανεξέλεγκτη ακρίβεια και από το φάσμα της φτώχειας.

Οι κινήσεις της ελληνικής κυβέρνησης που οδήγησαν στην επιδείνωση των συνεπειών της ενεργειακής κρίσης στην Ελλάδα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη είναι οι εξής:

  1. Η επιμονή της κυβέρνησης να μην ελέγξει ούτε τις ανατιμήσεις, ούτε τα κέρδη των ενεργειακών επιχειρήσεων μέσω πλαφόν, ενώ την ίδια στιγμή ζητά από την Ευρώπη να το πράξει εκείνη. Η πολιτική αυτή έχει ήδη εφαρμοστεί από τους ευρωπαίους ηγέτες στο εσωτερικό των κρατών τους και έχει φέρει πολύ καλά αποτελέσματα, περιορίζοντας δραστικά τις ανατιμήσεις.
  2. Η ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ και μάλιστα όχι σε ανύποπτο χρόνο, αλλά την εποχή που η ενεργειακή κρίση ήδη είχε αρχίσει να εμφανίζεται. Η ΔΕΗ δηλαδή, από εκεί που ήταν το εργαλείο του ελληνικού δημοσίου προκειμένου να ελέγχει τις τιμές στην ενεργειακή αγορά και να καταπολεμά την κερδοσκοπία, έγινε η πέμπτη ιδιωτική επιχείρηση που συμμετέχει στο κερδοσκοπικό ράλι των ανατιμήσεων.

Η σημερινή διοίκηση της ΔΕΗ αντί να ασκεί κοινωνικό έργο με τα υπερκέρδη της εταιρείας από τις ανατιμήσεις, ενισχύοντας τους καταναλωτές, αγοράζει μετοχές στο Χρηματιστήριο για να στηρίξει ακόμη περισσότερο τα υπερκέρδη της επιχείρησης.

Την ίδια στιγμή που αυτά συμβαίνουν στην Ελλάδα, η Ευρώπη, που κατάφερε και συγκράτησε τις τιμές του ρεύματος, εθνικοποιούσε τις ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις παραγωγής και παροχής ηλεκτρισμού της, σε μια επιτυχημένη προσπάθεια να ρυθμίσει, μέσω αυτών, τις αγορές και να ελέγξει τις μεγάλες αυξήσεις.

Ακόμη και αναγνωρισμένοι νεοφιλελεύθεροι ηγέτες, όπως ο Μακρόν στη Γαλλία, προχώρησαν σε κρατικοποιήσεις των επιχειρήσεων ηλεκτρισμού της χώρας τους, φέρνοντας θετικά αποτελέσματα.

  1. Η μη φορολόγηση των υπερκερδών των καρτέλ της ενέργειας, παρά τις σχετικές υποσχέσεις της κυβέρνησης. Σε αντίθεση με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ακόμη και τις πιο νεοφιλελεύθερες, που εν μέσω κρίσης αναγνωρίζουν την κοινωνική προτεραιότητα της φορολόγησης των υπερκερδών και της χρηματοδότησης με αυτά των επιδοτήσεων των τιμολογίων των καταναλωτών.
  2. Η επιδοματική πολιτική, που είναι το μόνο μέτρο της κυβέρνησης κατά της ακρίβειας, εφαρμόζεται με τέτοιο τρόπο ώστε το κόστος να το πληρώνουν μόνον τα δημόσια ταμεία, δηλαδή οι φορολογούμενοι.

Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην Ευρώπη, όπου το κόστος των μέτρων για την ακρίβεια το μοιράζονται το κράτος, οι επιχειρήσεις και οι καταναλωτές.

  1. Η κυβέρνηση επιμένει να μη μειώνει τους φόρους των καυσίμων και των ειδών πρώτης ανάγκης. Έτσι, συνεχίζοντας το κράτος να εισπράττει αυξημένους φόρους από τους πολίτες, μπορεί και συνεχίζει να χρηματοδοτεί τις μεγάλες επιχειρήσεις, μέσω των επιδοτήσεων.
  2. Η μη απεξάρτηση των τιμών των εγχώριων ενεργειακών πηγών από τις τιμές του εισαγόμενου φυσικού αερίου. Η Ελλάδα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που έχει εισαγάγει στο Χρηματιστήριο Ενέργειας το 100% των εγχώριων πηγών ρεύματος.

Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης που εισήγαγαν στα Χρηματιστήρια Ενέργειάς τους ένα μικρό μόνο ποσοστό, μικρότερο του 30%, των εγχώριων ενεργειακών πηγών τους. Επέτρεψαν έτσι στο υπόλοιπο 70% ή και περισσότερο των εγχώριων πηγών ενέργειας να καθορίζουν τις τιμές τους εκτός Χρηματιστηρίου και ανεξάρτητα από το πανάκριβο φυσικό αέριο, με διμερή συμβόλαια με τους καταναλωτές.

Γίνεται σαφές ότι η διάγνωση της ενεργειακής κρίσης, ως μιας διεθνούς και εισαγόμενης κρίσης που θα αντιμετωπιστεί από το αόρατο χέρι της αγοράς, είναι μια εντελώς εσφαλμένη διάγνωση, όπως αποδεικνύουν τα αποτελέσματα των πολιτικών και των μέτρων που εφαρμόστηκαν επιτυχώς από τα ευρωπαϊκά κράτη.

Η κρίση μπορεί να είναι διεθνής, η επιδείνωσή της όμως στην Ελλάδα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη οφείλεται στη λάθος θεραπεία που εφαρμόστηκε σε συνέχεια της εσφαλμένης διάγνωσης.

Η κρατική παρέμβαση για τη ρύθμιση των ενεργειακών αγορών και τον περιορισμό της κερδοσκοπίας είναι η μόνη πολιτική που, όπως αποδείχθηκε στην Ευρώπη, μπορεί να περιορίσει την ανοδική πορεία των τιμών και να λειτουργήσει υπέρ των πολιτών.

Αν αυτό δεν αλλάξει, ο χειμώνας που έρχεται θα είναι για την Ελλάδα πραγματικά βαρύς…