Πολιτιστικά
Κυριακή, 04 Σεπτεμβρίου 2022 00:15

Η προσμονή για την κινηματογραφική μαγεία δεν τελειώνει ποτέ

Μαζί με το τραγούδι, γεννήθηκε και το λαϊκό παραμύθι. Ναι, πάνε τόσο πίσω και τα δύο. Ούτε υπήρξε ποτέ λαός δίχως τους δικούς του μύθους, τις δικές του ιστορίες.



Του Άκη Καπράνου

 

Μαζί με το τραγούδι, γεννήθηκε και το λαϊκό παραμύθι. Ναι, πάνε τόσο πίσω και τα δύο. Ούτε υπήρξε ποτέ λαός δίχως τους δικούς του μύθους, τις δικές του ιστορίες. Στο έργο του Εισαγωγή εις την Λαογραφίαν ο Μέγας ορίζει το παραμύθι ως εξής:

«Με την λέξιν παραμύθι ο λαός εννοεί ποικίλης μορφής και προελεύσεως διηγήσεις, ευτραπέλους και φανταστικάς. Κοινός σκοπός των διηγήσεων αυτών είναι να τέρψουν τον ακροατήν και κοινόν των χαρακτηριστικόν γνώρισμα το έντεχνο της διηγήσεως και το διηγηματικόν πλάτος […]»

Η δε λέξη προέρχεται από το «παραμύθιον», που στα αρχαία ελληνικά θα πει «παρηγοριά» (το επίθετο «παραμυθιακός» μαρτυρείται με την αρχαία σημασία «παρηγορητικός»). Αυτές οι ιστορίες λοιπόν, ειπώθηκαν για την παρηγοριά μας, για να αλαφρύνουν τον ύπνο μας, ή για να μας προετοιμάσουν για τις μεγάλες δυσκολίες της ζωής – που σαφώς και θα αντιμετωπίσουμε, «εξοπλισμένοι» πλέον με τη σοφία του μύθου. Διακρίνονται, σύμφωνα με τους ακαδημαϊκούς μελετητές τους, σε δύο είδη:  Το Λαϊκό και το Σύγχρονο – το πρώτο, συλλογικό και διαχρονικό, γεννιέται από κάποιον ανώνυμο παραμυθά και φτάνει στα αυτιά των σύγχρονων ακροατών του έχοντας ταξιδέψει στον χρόνο μέσα από πολλά στόματα, το δεύτερο, από κάποιον συγκεκριμένο συγγραφέα που εμπνέεται από την εποχή του, και τις κοινωνικές τις «προσταγές» (κάθε εποχή έχει τις δικές της). Και δεν υπήρξε ποτέ μεγαλύτερη «μηχανή» παραμυθιών από το σινεμά.

Ο Τζορτζ Μίλερ άνετα θα μπορούσε να κερδίσει τον τίτλο ενός μεγάλου παραμυθά, και χωρίς την προσθήκη «Τριών χιλιάδων χρόνων προσμονής» στη φιλμογραφία του: Αναζητώντας μια βαθύτερη ουσία πίσω από τα αρχέτυπα, ο ελληνοαυστραλός δημιουργός πήγε από το “Mad Max” στο “Happy Feet” (ναι, είναι ο δημιουργός και των δυο franchises), έχοντας ενδιαμέσως παιχνιδίσει ακόμα και με αυτό του Εωσφόρου, στις απολαυστικές «Μάγισσες του Ίστγουικ» του 1987. Εδώ όμως, εντάσσει αυτή την αναζήτηση στην σεναριακή ίντριγκα: Μια ακαδημαϊκή αφηγηματολόγος, ανακαλύπτει ένα Τζίνι σε ένα παλιατζίδικο της Κωνσταντινούπολης. Το Τζίνι προσφέρει τρεις ευχές με αντάλλαγμα την ελευθερία του. Υπάρχουν όμως δυο προβλήματα: Πρώτον, εκείνη αμφιβάλλει ότι είναι αληθινός και δεύτερον, ούσα αφηγηματολόγος, γνωρίζει καλά πως αυτά τα παραμύθια σπάνια έχουν καλό τέλος. Ο Ίντρις Μέλμπα και η Τίλντα Σουίντον φτιάχνουν ένα μάλλον αταίριαστο ζευγάρι, αλλά ο Μίλερ κινηματογραφεί με φρενήρη ρυθμό τις δικές του «Χίλιες και μια νύχτες».

Ομολογουμένως, το διασκεδάζει – κάνει δηλαδή «το δικό του», και καλά κάνει, έχοντας παραλάβει από τους παραγωγούς του «λευκή επιταγή», μετά τη μεγάλη επιτυχία του τελευταίου Mad Max που τόσο αγαπήσαμε. Δυστυχώς όμως, οφείλουμε να παραδεχτούμε πως περισσότερο αγαπάς αυτό το φιλμ για τις προθέσεις του, παρά για το τελικό αποτέλεσμα: Τα ψηφιακά ειδικά εφέ καταστρέφουν κάθε απόπειρα για «μαγεία» αφού η προέλευση τους είναι έκδηλη από το πρώτο καρέ. Παλαιότερα αναρωτιόμασταν: «Πως στο καλό το έκαναν αυτό;». Τώρα πια, το μόνο που «βλέπουμε» είναι μια στρατιά τύπων μπροστά από μια οθόνη και ένα πληκτρολόγιο. Θα μου πείτε, αν είναι μόνο αυτό το πρόβλημα, χαλάλι. Όμως καθώς ο Μίλερ «απλώνει» την διαλεκτική του στους διαλόγους των πρωταγωνιστών, το «θέαμα» και το από κάτω κείμενο στριμώχνονται στα ίδια καρέ. Και η μαγεία στο σινεμά προκύπτει μονάχα όταν εξηγείς όσο το δυνατόν λιγότερα.

Μιλώντας γι’ αυτή τη μαγεία λοιπόν, οδηγούμαστε στο αξεπέραστο «Πνεύμα του Μελισσιού» του Βίκτορ Ερίθε, που βγήκε αυτή την εβδομάδα σε επανέκδοση.

Μια ματιά να ρίξει κανείς στην ιστορία της Ισπανίας θα ανακαλύψει πως, από τον 19ο αιώνα, βασανιζόταν από άπειρες επαναστάσεις και εσωτερικές συγκρούσεις. Μπορεί λοιπόν ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος, που τόσο έχει απασχολήσει την Έβδομη Τέχνη (και όχι αποκλειστικά Ισπανούς δημιουργούς – θυμηθείτε τον Βρετανό Κεν Λόουτς ή τον Μεξικανό Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο) να ξεκίνησε σύμφωνα με τα ιστορικά συγγράμματα το 1936, το κλίμα ωστόσο είχε προετοιμαστεί καιρό πριν - με την «αποχώρηση» του Πρίμο το 1931 δηλαδή, όταν και εγκαθιδρύθηκε η Δεύτερη Ισπανική Δημοκρατία, η οποία τίμησε τις καταβολές της: οι μεταρρυθμίσεις της κατάφεραν βαθειά πλήγματα στα συμφέροντα των μεγάλων γαιοκτημόνων και της Καθολικής Εκκλησίας.

Αυτό ενόχλησε πολλούς. Ενόχληση που συσσωρεύτηκε μέχρι το momentum των εκλογών του 1936, που ανέδειξαν νικητή το Λαϊκό Μέτωπο, ένα νέο συνασπισμό Δημοκρατικών, Κομμουνιστών και αυτονομιστικών ομάδων. Ακολούθησαν κάποιες «ανεξιχνίαστες» δολοφονίες και λίγο μετά, οι εθνικιστές κατέστρωσαν πραξικόπημα, με τη βοήθεια της φασιστικής Ιταλίας και της ναζιστικής Γερμανίας. Η Σοβιετική Ένωση στήριξε, όσο ήταν δυνατό, την Ισπανική Δημοκρατία, αλλά στο τέλος θα ήταν οι ακροδεξιοί θα κέρδιζαν τον πόλεμο, την πρωταπριλιά του 1939, λίγους μήνες πριν το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου.

Έτσι, η χώρα, βρέθηκε σε κατάσταση πλήρους αποσύνθεσης. Όλα τα σπουδαία μυαλά της (μέλη ή υποστηρικτές του Λαϊκού Μετώπου), καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες, οικονομολόγοι, γιατροί, αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν. Λιγότερο έμπειροι – ή εντελώς αγράμματοι – πήραν τις θέσεις τους, σε μια προσπάθεια να διατηρηθεί αλώβητή η ιδεολογική ηγεμονία του Φράνκο. Δυο λοιπόν είναι οι κορυφαίες στιγμές του μεταπολεμικού Ισπανικού σινεμά του 20ου αιώνα. Η πρώτη, το «Θρέψε κοράκια» του Κάρλος Σάουρα. Η δεύτερη (και ακόμα καλύτερη), «Το πνεύμα του μελισσιού» του Βίκτορ Ερίθε που προσωπικά, για μένα, παραμένει η καλύτερη ταινία όλων των εποχών (προσέξτε – όχι η αγαπημένη μου, υπάρχει διαφορά).

Και οι δυο ταινίες γυρίστηκαν επί Φρανκικού καθεστώτος, ακολουθώντας την «γραμμή» που είχε υιοθετηθεί από τους Ισπανούς κινηματογραφιστές με έμμεσες, αλληγορικές μεταφορές στον Ισπανικό εμφύλιο και στην δικτατορία: οι χουντικοί λογοκριτές δεν μπορούσαν να τις ψαλιδιάσουν, γιατί, πολύ απλά, δεν καταλάβαιναν τι έβλεπαν.

Οι ομοιότητες πάντως δεν σταματούν εδώ: Και στα δύο φιλμ, κεντρικό θέμα είναι η επώδυνη μετάβαση από την παιδικότητα σε μια προεφηβεία πιο κοντά στην ενήλικη «πραγματική» ζωή. Και στις δυο ταινίες, το οικογενειακό περιβάλλον είναι εξόχως δυσλειτουργικό. Τέλος και στα δυο φιλμ εμφανίζεται, σε ρόλους βασικούς, η μικρή Άννα Τόρεντ, μια πραγματικά αξέχαστη μορφή που ακολούθησε, και μετά την ενηλικίωση της, μια αξιοσημείωτη κινηματογραφική καριέρα.

Το «Πνεύμα του μελισσιού» εξελίσσεται στο ερημικό τοπίο της Καστίλης, σε ένα χωριό όπου προβάλλεται ο «Φρανκενστάιν» του 1931 απ’ όπου απουσιάζουν οι νέοι άνδρες. Η πιτσιρίκα Άννα υποβάλλεται από την μορφή του τέρατος. Η μεγαλύτερη αδελφή της την καθησυχάζει, πείθοντάς τη πως το τέρας είναι ένα αθάνατο πνεύμα που ζωντανεύει εύκολα παίρνοντας ανθρώπινη μορφή. Και η Άννα αναζητά το πνεύμα και πιστεύει πως το ξαναβρίσκει ζωντανό στο πρόσωπο ενός παράνομου που κρύβεται στην περιοχή.

Όπως λέει και ο ίδιος ο Ερίθε, που σκηνοθετεί ένα άνευ προηγουμένου ντεμπούτο, βαθύ, λυρικό, αραχνοΰφαντό και, ειλικρινά, αξεπέραστο αριστούργημα: «Κάθε τόσο, τα σώματα στις ταινίες που «έβλεπαν την παιδική μας ηλικία», μεταμορφωμένα σε φαντάσματα, σηκώνονται από τους τάφους τους και εμφανίζονται στην μικρή οθόνη της τηλεόρασης, τις μικρές ώρες λίγο πριν το ξημέρωμα. Προσφέρονται στα άγρυπνα μάτια μας, φαίνονται σαν να προσπαθούν να μας πουν κάτι: Ότι ανάμεσα σε άλλα, το σινεμά σήμερα υπάρχει με σκοπό να επαναφέρει αυτό που κάποτε είχε ειδωθεί. Το μέλλον του, υπ’ αυτή την έννοια, είναι το παρελθόν του, με τον όρο πάντως πως το κοιτάζουμε με καθαρή ματιά, χωρίς φόβο. Έτσι, όπως διαβεβαιώνει και ο Γκοντάρ, «το σινεμά επιτρέπει στον Ορφέα να κοιτάξει πίσω του χωρίς να πεθάνει η Ευρυδίκη»…