Κόσμος
Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2007 20:00

Προβλέψεις-σοκ για εκατομμύρια θανάτους λόγω του τρόπου ζωής την επόμενη δεκαετία

Πάνω από 388 εκατομμύρια άνθρωποι θα πεθάνουν στη διάρκεια της προσεχούς δεκαετίας από μη μεταδοτικές ασθένειες.

Αυτό υποστηρίζουν ειδικοί, οι οποίοι παρουσιάζουν σχέδιο για την αποφυγή από σήμερα και έως το 2015 τουλάχιστον 36 εκατομμυρίων πρόωρων θανάτων που θα οφείλονται στον τρόπο ζωής, δηλαδή στο κάπνισμα, στην καθιστική ζωή, στην παχυσαρκία κτλ.

Τα καρδιαγγειακά νοσήματα, ο διαβήτης, οι πνευμονικές λοιμώξεις και ορισμένοι καρκίνοι ευθύνονται για το 44% των πρόωρων θανάτων, δηλαδή στο διπλάσιο από όλες τις μολυσματικές ασθένειες μαζί, σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ).

«Παρά το γεγονός αυτό η πρόληψη των δυσάρεστων συνεπειών και των θανάτων που οφείλονται σε μη μεταδοτικές ασθένειες δεν αποτελεί αντικείμενο μεγάλης προσοχής» σημειώνουν ειδικοί σε άρθρο τους που δημοσιεύεται αύριο στη βρετανική επιθεώρηση Nature.

Υπογραμμίζουν δε ότι οι περισσότερες από τις ασθένειες αυτές θα μπορούσαν να αποφευχθούν με την αλλαγή του τρόπου ζωής και με την πρόσβαση σε γνωστές φαρμακευτικές θεραπείες.

Περίπου το 80% των 388 εκατομμυρίων πρόωρων θανάτων, που θα σημειωθούν την προσεχή δεκαετία αν δεν γίνει κάτι γι'αυτό, θα είναι στις αναπτυσσόμενες χώρες, προσθέτουν.

Οι ειδικοί της ομάδας «Μεγάλες Προκλήσεις», η οποία αγωνίζεται κατά των ασθενειών αυτών, αναγνωρίζουν ότι η αύξηση του προσδόκιμου ζωής επηρεάζει σε κάποιο βαθμό την εμφάνιση των μη μεταδοτικών αυτών ασθενειών, όμως υπολογίζουν ότι οι πρόωροι θάνατοι που θα μπορούσαν να αποφευχθούν με τη λήψη μέτρων πρόληψης αφορούν άτομα ηλικίας κάτω των 70 ετών και ανέρχονται σε 17 εκατομμύρια.

Αυτό που προτείνουν είναι να γίνει κυρίως μια πολιτική προσπάθεια, ώστε προωθηθούν οι υγιεινοί τρόποι ζωής, να θεσπιστούν νόμοι πιο αυστηροί για το κάπνισμα ή τη χρήση οινοπνευματωδών ποτών, να δοθεί έμφαση στην πρόληψη και να γίνουν επιπλέον έρευνες για τη σχέση των ασθενειών αυτών με τη φτώχεια και την αστικοποίηση.

Η πρωτοβουλία αυτή έχει λάβει ήδη την υποστήριξη του Βρετανικού Συμβουλίου Ιατρικής Έρευνας, των Αμερικανικών Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας (NIH) και του Ινδικού Συμβουλίου Ιατρικής Έρευνας.