Η μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλότερων ρύπων συνιστά αναγκαιότητα και όχι επιλογή. Είναι αποκαλυπτικό ότι οι οικονομικές ζημίες που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή υπερέβησαν παγκοσμίως τα 270 δισ. ευρώ για το έτος 2017, σύμφωνα με εκτιμήσειςτης Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Στον ενεργειακό τομέα, η ουσία της μετάβασης συμπυκνώνεται στο τρίπτυχο «3Ds», που αντανακλά τρεις βασικές έννοιες: απανθρακοποίηση (decarbonization), ψηφιοποίηση (digitalization) και αποκεντρωμένη παραγωγή (decentralization).
Της Νεκταρίας Καρακατσάνη*
Η μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλότερων ρύπων συνιστά αναγκαιότητα και όχι επιλογή. Είναι αποκαλυπτικό ότι οι οικονομικές ζημίες που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή υπερέβησαν παγκοσμίως τα 270 δισ. ευρώ για το έτος 2017, σύμφωνα με εκτιμήσειςτης Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Στον ενεργειακό τομέα, η ουσία της μετάβασης συμπυκνώνεται στο τρίπτυχο «3Ds», που αντανακλά τρεις βασικές έννοιες: απανθρακοποίηση (decarbonization), ψηφιοποίηση (digitalization) και αποκεντρωμένη παραγωγή (decentralization).
Αναμφίβολα, ο μετασχηματισμός του ενεργειακού τομέα αναδεικνύει ένα φάσμα νέων δυνατοτήτων για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, αλλά και σημαντικές προκλήσεις, τις οποίες καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε άμεσα, συγκροτημένα και αποτελεσματικά. Ένα κρίσιμο ζητούμενο είναι να δρομολογηθούν οι σύνθετες προσαρμογές που απαιτούνται, με έναν τρόπο ισορροπημένο και συνεκτικό, ώστε τα οφέλη που προκύπτουν να αντισταθμίζουν σταδιακά τα κόστη της μετάβασης. Η ανάγκη για εξομάλυνση του κόστους καθίσταται πρόδηλη, αν ληφθεί υπόψη ότι οι απαιτούμενες επενδύσεις, προκειμένου να επιτευχθούν οι ενεργειακοί και κλιματικοί στόχοι που έχουν τεθεί για το 2030, αποτιμώνται πανευρωπαϊκά στο 1 τρισ. ευρώ.
Εξελίξεις στην Ελλάδα
Στη χώρα μας, το ενεργειακό μίγμα έχει ήδη μεταβληθεί αισθητά και εξελίσσεται με ταχύτερους πλέον ρυθμούς στην κατεύθυνση της απανθρακοποίησης. Κατά το τρέχον έτος, το μερίδιο των ΑΠΕ στο ενεργειακό ισοζύγιο έχει υπερβεί το 23%, ενώ το φυσικό αέριο, που αποτελεί το καύσιμο «γέφυρα» στην ενεργειακή μετάβαση, ανήλθε στο 31%, και το μερίδιο του λιγνίτη υποχώρησε στο 20%. Παράλληλα, στο Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ενέργεια και το Κλίμα, το οποίο θα οριστικοποιηθεί εντός του έτους, έχουν ήδη τεθεί φιλόδοξοι στόχοι για 14 GW ΑΠΕ το 2030 έναντι 5.8 GW σήμερα.
Επισημαίνεται ενδεικτικά ότι για το έτος 2018 το ποσό που καταβλήθηκε για τις ΑΠΕ, μέσω της χρέωσης ΕΤΜΕΑΡ στους λογαριασμούς ρεύματος, ανήλθε στα 870 εκατ. ευρώ. Καθώς ο εθνικός σχεδιασμός προβλέπει τον υπερδιπλασιασμό του μεριδίου των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή, από 23% σήμερα σε 55% το 2030, η ελαχιστοποίηση του κόστους στήριξης των ΑΠΕ καθίσταται κομβικής σημασίας. Στην κατεύθυνση αυτή, αρκετές χώρες, όπως και η Ελλάδα, έχουν προβεί σε μεταρρυθμίσεις, εφαρμόζοντας ανταγωνιστικές διαδικασίες για νέα έργα ΑΠΕ και συνδέοντας τις αποζημιώσεις τους με τις τιμές στην αγορά ενέργειας, προς αποτροπή ελλειμμάτων. Η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ) έχει ήδη διενεργήσει 11 δημοπρασίες, στις οποίες κατακυρώθηκαν 1300 MW έργων (712 MW φωτοβολταϊκών και 577 ΜW αιολικών), με τη χαμηλότερη τιμή που επιτεύχθηκε να είναι 53 €/ΜWh. Πρόκειται για μια αξιοσημείωτη εξέλιξη, καθώς οι τιμές εκκίνησης των πρώτων δημοπρασιών κυμάνθηκαν στα 80-90 €/ΜWh.
Παράλληλα, ενώ οι επιδοτήσεις των σταθμών ΑΠΕ διεθνώς περιορίζονται ή και καταργούνται, αντανακλώντας τον ανταγωνισμό και την υποχώρηση του κόστους των τεχνολογιών, ανακύπτει συχνά η ανάγκη για στήριξη: α) ευέλικτων συμβατικών μονάδων, που εξομαλύνουν τις διακυμάνσεις της στοχαστικής παραγωγής των ΑΠΕ, και β) μονάδων αποθήκευσης, που αποδίδουν το πλεόνασμα της παραγόμενης ενέργειας από ΑΠΕ σε άλλες ώρες, περιορίζοντας τις περικοπές τους. Σημειώνεται ότι στη χώρα μας, ο μηχανισμός ευελιξίας, που άρχισε να εφαρμόζεται τον Σεπτέμβριο του 2018 με διαγωνιστική διαδικασία, είχε προϋπολογισμό 170 εκατ. ευρώ, ενώ το ρυθμιστικό πλαίσιο για την αποθήκευση τελεί υπό διαμόρφωση.
Επιπρόσθετα, η εγκατάσταση στην ελληνική επικράτεια έξυπνων μετρητών, που θα επιτρέπουν σε όλους τους καταναλωτές να μετατοπίζουν την κατανάλωσή τους ανάλογα με τη διακύμανση των τιμών στις αγορές ενέργειας, ανέρχεται στο 1 δισ. ευρώ. Στην προσέγγιση αυτή, είναι κρίσιμο η απόσβεση της επένδυσης, μέσω των χρεώσεων δικτύου (ΔΕΔΔΗΕ), να συντελεστεί σταδιακά, ώστε να συγχρονιστεί με την εξοικονόμηση που θα επιτυγχάνουν οι καταναλωτές. Η ίδια πρόκληση ισχύει για τα κόστη των διασυνδέσεων των νησιών, που θα υπερβούν τα 4 δισ. ευρώ την επόμενη δεκαετία. Η ενεργειακή ασφάλεια, η απεξάρτηση των νησιών από το πετρέλαιο, και η περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ είναι καταλυτικής σημασίας, αλλά θα πρέπει, παράλληλα, να διασφαλιστεί η ελαχιστοποίηση κόστους και η σταδιακή αποτύπωσή του στις χρεώσεις μεταφοράς (ΑΔΜΗΕ).
Μια τεκτονική αναπροσαρμογή σε όλες τις παραμέτρους
Ο απαιτούμενος μετασχηματισμός του ενεργειακού τομέα είναι εκτενής, ενέχει παγκόσμια διάσταση και αφορά όλο το φάσμα της αλυσίδας. Μεταξύ των κρίσιμων συνιστωσών, που χρήζουν προσαρμογής, περιλαμβάνονται:
Καθοριστικοί παράγοντες
Η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί ένα συνεκτικό, απλοποιημένο και διαφανές θεσμικό πλαίσιο, με έμφαση στις ΑΠΕ, την καινοτομία, τον ενεργό ρόλο των καταναλωτών και τον εκσυγχρονισμό των δικτύων. Ο ρόλος της ΡΑΕ είναι κομβικός, προκειμένου ο μετασχηματισμός αυτός να επιτευχθεί με ανταγωνιστικούς όρους και ελάχιστο κόστος για τους καταναλωτές. Ήδη έχει υλοποιηθεί ή δρομολογηθεί μια δέσμη σημαντικών μεταρρυθμίσεων σε όλο το φάσμα της ενέργειας.
Ενδεικτικά, σημειώνεται ο διαχωρισμός της προμήθειας από τη διανομή φυσικού αερίου, και η έντονη δυναμική που εμφανίζεται πλέον στην ανάπτυξη δικτύων και τη δραστηριοποίηση πλήθους προμηθευτών. Στο πλαίσιο αυτό, η ΡΑΕ καθόρισε ένα ισορροπημένο ρυθμιστικό πλαίσιο, που περιλαμβάνει τον κώδικα προμήθειας αερίου, κίνητρα ανάπτυξης των δικτύων, δυνατότητα επιδότησης της εσωτερικής εγκατάστασης, καθώς και τροφοδοσία απομακρυσμένων περιοχών με συμπιεσμένο αέριο (CNG).
Επιπρόσθετα, ο Διαχειριστής του Δικτύου διανομής (ΔΕΔΔΗΕ) αποτελεί μια κρίσιμη θεσμική οντότητα στην ενεργειακή μετάβαση. Στο υφιστάμενο πλαίσιο, αντιμετωπίζει ζητήματα ρευστότητας και υπο-στελέχωσης, που αποτυπώνονται σε όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων του. Ανεπαρκείς επενδύσεις και συντηρήσεις, αδυναμία αποτελεσματικού ελέγχου των ρευματοκλοπών, και πολλαπλές καθυστερήσεις (στις συνδέσεις έργων ΑΠΕ, τις ενεργοποιήσεις νέων παροχών, και τις αποσυνδέσεις λόγω οφειλών) αποτελούν μια σύνθετη εξίσωση. Προκειμένου ο ΔΕΔΔΗΕ να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στην πρόκληση της διεσπαρμένης παραγωγής από ΑΠΕ, η επιτυχής έκβαση της ιδιωτικοποίησής του καθίσταται κρίσιμη.
Πέρα από τις μεταρρυθμίσεις και τους μετασχηματισμούς που συντελούνται, ο πιο καθοριστικός παράγοντας για την ενεργειακή μετάβαση είναι να συνειδητοποιήσουμε όλοι μας, ως πολίτες και φορείς, την αναγκαιότητά της και να εργαστούμε μεθοδικά και συγκροτημένα, σε μια κοινή κατεύθυνση.