Ιδιαιτέρως ανησυχητικά είναι τα αποτελέσματα που παρουσίασε σήμερα η διεθνής περιβαλλοντική οργάνωση WWF σχετικά με τα χημικά που ανιχνεύθηκαν στο αίμα 13 οικογενειών (ανιόντες γένους θηλυκού και παιδιά) από ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, μετά την πρώτη πανευρωπαϊκή βιοεξέταση, που ξεκίνησε στις αρχές του 2002, στο πλαίσιο της εκστρατείας DETOX που πραγματοποιεί η οργάνωση.
Ο μεγαλύτερος αριθμός χημικών ανιχνεύθηκε στο αίμα ηλικιωμένων γυναικών, παρότι φάνηκε πως η νεότερη γενιά έχει περισσότερα χημικά στο αίμα της απ΄ότι οι μητέρες των παιδιών, ενώ στα παιδιά εντοπίστηκαν και οι υψηλότερες συγκεντρώσεις ορισμένων χημικών.
Η έρευνα του WWF "Γενιά Χ" (με συμμετέχοντες ηλικίας 12-92 ετών) επιβεβαιώνει τα αποτελέσματα προηγούμενων εξετάσεων σε ευρωβουλευτές και Ευρωπαίους υπουργούς, επιστήμονες και διασημότητες.
Τα δείγματα αίματος αναλύθηκαν για 107 διαφορετικά ανθεκτικά, βιοσυσσωρεύσιμα χημικά ή και χημικά που προκαλούν ορμονικές διαταραχές και τα οποία έχουν κατασκευαστεί από τον άνθρωπο. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι κάθε μέλος της οικογένειας έχει στο αίμα του ένα κοκτέιλ τουλάχιστον 18 διαφορετικών χημικών, πολλά από τα οποία υπάρχουν σε προϊόντα καθημερινής χρήσης.
Χημικά "νέας γενιάς" ευρείας κυκλοφορίας, όπως τα επιβραδυντικά φλόγας, υπερφθοριωμένα χημικά (PFCs) και οι συνθετικοί μόσχοι -που υπάρχουν σε προϊόντα όπως κομπιούτερ, ρουχισμός, καλλυντικά και ηλεκτρικές συσκευές- εντοπίζονται συχνότερα και σε μεγαλύτερες συγκεντρώσεις στη νεότερη γενιά. Αντίθετα, η γενιά των γιαγιάδων είναι περισσότερο μολυσμένη με παλαιότερα, απαγορευμένα χημικά, όπως το DDT και PCBs.
Το WWF προειδοποιεί ότι αυτά τα αποτελέσματα είναι εξαιρετικά ανησυχητικά, καθώς τα περισσότερα από τα χημικά που εντοπίστηκαν αποσυντίθενται με πολύ αργούς ρυθμούς, παραμένουν στο περιβάλλον και συσσωρεύονται στο σώμα μας σε όλο και υψηλότερα επίπεδα κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Η έρευνα θέτει το ερώτημα αν οι μελλοντικές γενιές θα βρεθούν εκτεθειμένες σε χημικά που πιθανώς προκαλούν καρκίνο και ενδοκρινικές διαταραχές και τα οποία μπορεί να οδηγήσουν σε μακροχρόνια προβλήματα υγείας.
H έρευνα πραγματοποιήθηκε στο Βέλγιο (δύο οικογένειες), Δανία, Φιλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Ιταλία, Λετονία, Πολωνία, Σουηδία και Λουξεμβούργο.
Ο διευθυντής του WWF Ελλάς Δημήτρης Γκαραβέλλας διερωτάται: «Πόσες αποδείξεις χρειάζονται για να αποδεχτεί η βιομηχανία και οι Ευρωπαίοι πολιτικοί ότι αυτά τα επιβλαβή χημικά δεν μπορούν να ελεγχθούν επαρκώς;»
Η λύση, για τον κ.Γκαραβέλλα «ξεκινά από τη διαμόρφωση και υιοθέτηση ενός νέου ισχυρού κανονισμού της ΕΕ για τα χημικά, το Reach. Δυστυχώς, ο κανονισμός αυτός βάλλεται από τη χημική βιομηχανία και κινδυνεύει ουσιαστικά να ακυρωθεί. Η τελική απόφαση θα ληφθεί από τους υπουργούς της Ε.Ε. και δεν μπορούμε να παραμείνουμε απαθείς παρατηρητές της διαδικασίας αυτής που τόσο άμεσα μας επηρεάζει. Επιβάλλεται όλοι μας να απαιτήσουμε ένα πλαίσιο που προστατεύει την υγεία μας και το περιβάλλον».
Μία μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 1999 έδειξε ότι δεν υπάρχουν βασικά στοιχεία πληροφόρησης για την ασφάλεια του 86% από τα περίπου 2.500 χημικά που παράγονται σε μεγάλες ποσότητες.
Επιπλέον, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας πρόσφατα κατήγγειλε τη στάση του Συνδέσμου Ευρωπαϊκών Χημικών Βιομηχανιών για το γεγονός ότι αδιαφορεί για τις επιστημονικές ενδείξεις που συνδέουν κάποια χημικά με τις παιδικές ασθένειες. Προσθέτει δε ότι «η έλλειψη αποδείξεων δεν είναι το ίδιο με τις αποδείξεις έλλειψης επιπτώσεων».
Πηγή: AΠΕ