Το ερώτημα λιτότητα ή ανάπτυξη δεν είναι τόσο σχηματικό όσο τίθεται από ορισμένες πλευρές. Δηλαδή δεν υπάρχει μόνο από τη μία πλευρά το μοντέλο της λιτότητας και δημοσιονομικής καθαρότητας, το οποίο πρεσβεύει η Ευρωπαϊκή Ενωση, με κυρίαρχη τη γερμανική θέληση, και, από την άλλη, η ανάπτυξη, η οποία θα χρηματοδοτηθεί με χαλάρωση και υπέρμετρες δημόσιες δαπάνες.
Το ερώτημα λιτότητα ή ανάπτυξη δεν είναι τόσο σχηματικό όσο τίθεται από ορισμένες πλευρές. Δηλαδή δεν υπάρχει μόνο από τη μία πλευρά το μοντέλο της λιτότητας και δημοσιονομικής καθαρότητας, το οποίο πρεσβεύει η Ευρωπαϊκή Ενωση, με κυρίαρχη τη γερμανική θέληση, και, από την άλλη, η ανάπτυξη, η οποία θα χρηματοδοτηθεί με χαλάρωση και υπέρμετρες δημόσιες δαπάνες.
Οσοι προτάσσουν μόνο αυτό το δίπολο, δεν κάνουν τίποτε περισσότερο, από το να ποντάρουν «τα ρέστα τους» στην παρτίδα της πολιτικής επικράτησης στην Ελλάδα της κρίσης. Στην πραγματικότητα, και τα δύο μοντέλα τουλάχιστον όπως καταγράφονται, είναι εξίσου αποτυχημένα.
Η ανάδειξη της λιτότητας και των περιοριστικών μέτρων σε κυρίαρχη πολιτική έχει οδηγήσει σε αυτό που όλοι ζούμε καθημερινά: Εισοδήματα δραστικά περιορισμένα, που αδυνατούν να συντηρήσουν μια αγορά, η οποία έχει πάψει να δίνει ευκαιρίες ύπαρξης σε χιλιάδες επιχειρήσεις κάθε μεγέθους, με αποτέλεσμα χαμένες θέσεις εργασίας, που μετρώνται πλέον σε εκατομμύρια.
Το μοντέλο πάλι, το οποίο στηρίζεται στην αύξηση των κρατικών δαπανών, δεν πρεσβεύει στην πράξη τίποτε αποτελεσματικότερο από τη «φούσκα» ανάπτυξης που ζήσαμε την προηγούμενη δεκαετία με δανεικά και κοινοτικά χρήματα, η οποία έσκασε με κρότο, οδηγώντας τη χώρα σε χρεοκοπία.
Ο γενικός προβληματισμός, έναντι του οποίου, ωστόσο, το ελληνικό «γεύμα» της ανάπτυξης σερβίρεται με κάθε ευκαιρία, τόσο από το πρωθυπουργικό όσο και από τα διάφορα υπουργικά γραφεία, είναι πολύ συγκεκριμένος.
Περιλαμβάνει μια ικανή ποσότητα από δημοσιονομική εξυγίανση, που τη βλέπουμε από μακριά να μας γνέφει, αλλά παραμένει σε απόσταση, μια πολύ μεγάλη μερίδα από το μελλοντικό ελληνικό ενεργειακό θαύμα, που όλοι ποντάρουν σ’ αυτό αλλά δεν ξέρουμε πώς και σε ποιο βαθμό μπορεί «να κάνει κρασί το νερό», ολίγον από ιδιωτικοποιήσεις που -άγνωστο γιατί- ελπίζεται ότι θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας, μια καλή δόση από ξένους επενδυτές που πιστεύουμε ότι σπεύδουν να τοποθετηθούν στον αναδυόμενο ελληνικό - ευρωπαϊκό επενδυτικό παράδεισο, μπαλώματα από κοινοτικά κονδύλια, ξαναζεσταμένα και παρωχημένα υλικά από την παλιά καλή επιτυχία «μεγάλα οδικά έργα» και μια μικρή δόση από καταβολή των κρατικών οφειλών, που ολοένα «πέφτουν» στην αγορά, αλλά ουδείς κινδυνεύει από την πιθανή κατολίσθηση ογκόλιθων ρευστότητας.
Ο στόχος της ελληνικής ανάπτυξης σε μια οικονομία που έχει βυθιστεί για πολλά χρόνια στο τέλμα της ύφεσης είναι -έπρεπε να είναι- πολύ συγκεκριμένος. Οφείλουμε να αναδημιουργήσουμε και να επαναπροσδιορίσουμε την παραγωγική βάση της χώρας, εντοπίζοντας τους τομείς εκείνους στους οποίους πρέπει στρέψουμε το εθνικό ενδιαφέρον για ανάπτυξη και δημιουργώντας ένα επιχειρηματικό περιβάλλον, το οποίο θα είναι φιλικό για την υλοποίηση επενδύσεων που θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας. Οι αποκλίσεις από τη θεωρία στην πράξη οφείλονται μόνο σε προβληματικές πολιτικές παρεμβολές.
ΝΙΚΟΣ ΦΡΑΝΤΖΗΣ - [email protected]