Οικονομία & Αγορές
Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2008 13:13

Ιcap: Σε άνοδο ο κλάδος πλαστικών ειδών συσκευασίας

Ο κλάδος των πλαστικών ειδών συσκευασίας περιλαμβάνει πληθώρα προϊόντων, τα οποία διαφέρουν ως προς τις πρώτες ύλες και τις ιδιότητές τους, γεγονός που επιτρέπει τη χρήση τους σε ποικίλες εφαρμογές. Σημαντικό μέρος αυτών των προϊόντων προορίζεται για τη συσκευασία βιομηχανικών και αγροτικών προϊόντων.

Οι τελευταίες αλλαγές αλλά και οι προοπτικές εξέλιξης του συγκεκριμένου κλάδου παρουσιάζονται στην όγδοη έκδοση της κλαδικής μελέτης της ICAP, στην οποία εξετάζονται οι εξής κατηγορίες εύκαμπτων και δύσκαμπτων ειδών πλαστικής συσκευασίας: σάκοι - σακούλες - τσάντες, φύλλα - φιλμ, δεξαμενές - βυτία - ντεπόζιτα, βαρέλια - μπιτόνια - μεγάλα δοχεία, κουτιά - κιβώτια - τελάρα, κύπελλα - βάζα - μικρά δοχεία, φιάλες - φιαλοειδή και λοιπά είδη συσκευασίας, όπως πώματα, δίχτυα, blister κλπ:

Στον κλάδο της πλαστικής συσκευασίας δραστηριοποιείται σημαντικός αριθμός επιχειρήσεων που διαφέρουν μεταξύ τους ως προς το μέγεθος και το εύρος των προϊόντων τους. Οι περισσότερες επιχειρήσεις ασχολούνται με την παραγωγή ειδών πλαστικής συσκευασίας, ενώ λίγες σχετικά είναι αυτές που πραγματοποιούν εισαγωγές στα εξεταζόμενα είδη. Παράλληλα, υπάρχουν ορισμένες καθετοποιημένες επιχειρήσεις που παράγουν πλαστικά είδη για τη συσκευασία των προϊόντων τους (π.χ. χυμών, αναψυκτικών κ.ά). Ο κλάδος χαρακτηρίζεται από έντονο ανταγωνισμό, ιδιαίτερα σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων.

Η συνολική εγχώρια παραγωγή πλαστικών ειδών συσκευασίας παρουσίασε ανοδική πορεία καθ΄ όλη τη διάρκεια της περιόδου 1992-2006, σημειώνοντας μέσο ετήσιο ρυθμό 5,9%. Το μέγεθος της εγχώριας κατανάλωσης πλαστικών ειδών συσκευασίας αυξήθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό 5,1% το ίδιο χρονικό διάστημα. Ανοδική τάση εμφανίζει και η εισαγωγική διείσδυση προϊόντων, η οποία το 2006 διαμορφώθηκε σε 21% περίπου. Η εγχώρια παραγωγή καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς πλαστικών ειδών συσκευασίας. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σημαντική άνοδος των εξαγωγών, οι οποίες αφορούν κυρίως εύκαμπτα είδη πλαστικής συσκευασίας, ενώ στις κατηγορίες των δύσκαμπτων ειδών παρουσιάζεται μικρή εισαγωγική και εξαγωγική δραστηριότητα, λόγω του υψηλού κόστους μεταφοράς τους.

Το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής αγοράς ειδών πλαστικής συσκευασίας κατείχε μέχρι το 2004 η κατηγορία «σάκοι-σακούλες-τσάντες». Ωστόσο, την τελευταία διετία (2005-2006) μικρό προβάδισμα παίρνουν τα πλαστικά φύλλα-φιλμ, το δε μερίδιό τους στη συνολική κατανάλωση το 2006 διαμορφώθηκε σε 28% περίπου. Ακολουθεί η κατηγορία σάκοι-σακούλες-τσάντες, που κατέλαβε το 26% της εγχώριας αγοράς, καθώς και οι φιάλες και τα λοιπά φιαλοειδή προϊόντα τα οποία συμμετείχαν με 20,5%. Η κατηγορία των πλαστικών κουτιών, κιβωτίων και τελάρων κάλυψε περίπου το 8% του συνόλου το 2006.

Η άνοδος των διεθνών τιμών του πετρελαίου και η εξάρτηση, σε μεγάλο βαθμό, των παραγωγικών επιχειρήσεων πλαστικής συσκευασίας από ξένες αγορές για την προμήθεια πρώτων υλών, αποτελούν μερικά από τα σημαντικότερα προβλήματα του κλάδου. Μάλιστα, η σημαντική άνοδος της τιμής του πετρελαίου τα τελευταία χρόνια οδηγεί σε αντίστοιχη άνοδο των τιμών των παραγώγων του. Αποτέλεσμα των συνθηκών αυτών είναι να αυξάνεται το κόστος παραγωγής των προϊόντων, γεγονός που συμπιέζει τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων, οδηγώντας σε ανατίμηση των προϊόντων, με αρνητική επίδραση στην ανταγωνιστικότητά τους.

Ωστόσο, παρά τα προβλήματα, τα είδη πλαστικής συσκευασίας εξαιτίας των πολλαπλών εφαρμογών τους και της δυνατότητας υποκατάστασης άλλων υλικών, χαρακτηρίζονται από θετικές προοπτικές γενικά. Σύμφωνα με τις ισχύουσες συνθήκες και τάσεις της αγοράς, η συνολική εγχώρια κατανάλωση πλαστικών ειδών συσκευασίας αναμένεται να κινηθεί ανοδικά τη διετία 2007-2008, με ρυθμό της τάξης του 3%-4% ετησίως.

Στα πλαίσια της κλαδικής μελέτης έγινε χρηματοοικονομική ανάλυση αντιπροσωπευτικού δείγματος παραγωγικών επιχειρήσεων πλαστικής συσκευασίας. Επιπλέον, συνετάχθη ομαδοποιημένος ισολογισμός βάσει δείγματος 78 επιχειρήσεων του κλάδου, για τις οποίες υπήρχαν διαθέσιμα δημοσιευμένα στοιχεία για τα έτη 2005 και 2006. Από την επεξεργασία αυτών προκύπτει ότι, το σύνολο του ενεργητικού των επιχειρήσεων του δείγματος αυξήθηκε κατά 16,3% το 2006 σε σχέση με το 2005, ενώ το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων σημείωσε αύξηση 14,1% την ίδια περίοδο.

Οι συνολικές πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 15,7%, ενώ το κόστος πωληθέντων αυξήθηκε με μεγαλύτερο ρυθμό, κατά 17,7%, με αποτέλεσμα το μικτό περιθώριο να αυξηθεί κατά 7,8%. Το συνολικό καθαρό αποτέλεσμα (κέρδη προ φόρου) αυξήθηκε κατά 29,6%.