«Κληρώνει» έως το τέλος του τρέχοντος μηνός το «πακέτο» διορθωτικών κινήσεων στο μέτρο των αποδείξεων, στο πλαίσιο των γενικότερων μέτρων που λαμβάνει η κυβέρνηση για στήριξη αγοράς και καταναλωτών. Τις επόμενες ημέρες τα στελέχη του υπουργείου Οικονομικών θα έχουν στη διάθεσή τους τα πλήρη στοιχεία από τις ηλεκτρονικές συναλλαγές κατά την περίοδο των εορτών, οπότε και η αγορά λειτούργησε με το σύστημα click away, προκειμένου να βάλουν τις τελικές «πινελιές» στο καθεστώς των αποδείξεων.
Από την έντυπη έκδοση
Του Γιώργου Κούρου
[email protected]
«Κληρώνει» έως το τέλος του τρέχοντος μηνός το «πακέτο» διορθωτικών κινήσεων στο μέτρο των αποδείξεων, στο πλαίσιο των γενικότερων μέτρων που λαμβάνει η κυβέρνηση για στήριξη αγοράς και καταναλωτών. Τις επόμενες ημέρες τα στελέχη του υπουργείου Οικονομικών θα έχουν στη διάθεσή τους τα πλήρη στοιχεία από τις ηλεκτρονικές συναλλαγές κατά την περίοδο των εορτών, οπότε και η αγορά λειτούργησε με το σύστημα click away, προκειμένου να βάλουν τις τελικές «πινελιές» στο καθεστώς των αποδείξεων.
Αξίζει να σημειωθεί πάντως ότι ήδη το βασικό σενάριο που βρίσκεται στο τραπέζι και έχει κερδίσει έδαφος προβλέπει τη συγκέντρωση ηλεκτρονικών αποδείξεων ίσες με το 20% του δηλωθέντος εισοδήματος και όχι με το 30% που ισχύει μέχρι σήμερα, ενώ εξετάζεται το μέτρο να ισχύσει και την τρέχουσα χρονιά.
Δεδομένο πάντως πρέπει να θεωρείται ότι το «πέναλτι» 22% στη διαφορά μεταξύ των αποδείξεων που συγκεντρώθηκαν και αυτών που υπολείπονται θα διατηρηθεί.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όσοι δεν καταφέρουν να συγκεντρώσουν τις απαιτούμενες αποδείξεις θα κληθούν να καταβάλουν φόρο γι’ αυτές που λείπουν με συντελεστή 22%. Αυτό ουσιαστικά σημαίνει ότι στην περίπτωση που κάποιος πρέπει να μαζέψει ηλεκτρονικά αποδείξεις ύψους 3.000 ευρώ και παρουσίασε 2.000 ευρώ, θα πληρώσει πέναλτι επί της διαφοράς, δηλαδή στο ποσό των 1.000 ευρώ και συνολικά 220 ευρώ. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι το μέτρο της συγκέντρωσης αποδείξεων ίσες με το 30% του εισοδήματός τους αφορά μισθωτούς, συνταξιούχους, όσους έχουν εισοδήματα από ενοίκια (εισοδηματίες), ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες, για τους οποίους με βάση το σημερινό καθεστώς ισχύουν τα εξής:
Εξαιρέσεις
Από την υποχρέωση να καλύψουν το 30% του ετήσιου πραγματικού εισοδήματος με δαπάνες αγοράς αγαθών και παροχής υπηρεσιών εξοφληθείσες με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής εξαιρούνται πλήρως:
1. Κάθε φορολογούμενος με ετήσιες απολαβές προερχόμενες εκ μιας ή περισσοτέρων από τις 5 βασικές πηγές εισοδήματος, δηλαδή από μισθούς, συντάξεις, επιχειρηματική δραστηριότητα, αγροτικές εκμεταλλεύσεις και ενοίκια ακινήτων, θα πρέπει να πραγματοποιήσει εντός του 2020 δαπάνες για αγορές αγαθών και παροχή υπηρεσιών συνολικού ύψους ίσου με το 30% του ετήσιου ατομικού πραγματικού εισοδήματός του από τις πηγές αυτές.
Για να αναγνωριστούν οι δαπάνες αγοράς αγαθών και παροχής υπηρεσιών θα πρέπει να εξοφληθούν με πιστωτικές ή χρεωστικές κάρτες ή με άλλα ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής (προπληρωμένες κάρτες, πληρωμές μέσω e-banking κ.λπ.). Στο εισόδημα που θα ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό του 30% δεν θα περιλαμβάνονται η ειδική εισφορά αλληλεγγύης και τυχόν δαπάνες του φορολογούμενου για διατροφή.
Επιπλέον, στο εισόδημα από μισθωτή εργασία που θα ληφθεί υπόψη περιλαμβάνονται και αφορολόγητα ποσά επιδομάτων και άλλων παροχών, όπως π.χ. το επίδομα επικίνδυνης εργασίας, το οικογενειακό επίδομα που χορηγείται από τον ΟΠΕΚΑ και το επίδομα στέγασης. Τεκμαρτά εισοδήματα προσδιοριζόμενα με βάση τα τεκμήρια διαβίωσης και απόκτησης περιουσιακών στοιχείων δεν θα ληφθούν υπόψη.
2. Από την κάλυψη του ποσοστού 30% εξαιρούνται οι έχοντες εισοδήματα άνω των 66.667 ευρώ. Για τους φορολογούμενους αυτούς προβλέπεται ανώτατο όριο 20.000 ευρώ στο ποσό των δαπανών που πρέπει να πραγματοποιήσουν με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής. Δηλαδή όσοι φορολογούμενοι έχουν ετήσιο πραγματικό εισόδημα άνω των 66.667 ευρώ αρκεί να καλύψουν ποσό δαπανών 20.000 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό χαμηλότερο του 30%.
3. Από την υποχρέωση να καλύψουν το πολύ υψηλό ποσοστό του 30% του ετήσιου πραγματικού εισοδήματος με δαπάνες για αγορές αγαθών και παροχή υπηρεσιών εξοφληθείσες με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής εξαιρούνται επίσης και όσοι φορολογούμενοι βαρύνονται με δαπάνες για πληρωμές φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων και ΕΝΦΙΑ, για τοκοχρεολυτικές δόσεις δανείων και για ενοίκια, οι οποίες υπερβαίνουν αθροιστικά το 60% του ετήσιου πραγματικού εισοδήματος.
Οι φορολογούμενοι αυτοί οφείλουν να καλύψουν ποσοστό 20% του ετήσιου πραγματικού εισοδήματος με δαπάνες για αγορές αγαθών και παροχή υπηρεσιών εξοφληθείσες με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής. Προϋπόθεση όμως για να ισχύσει αυτό το μειωμένο ποσοστό είναι οι δαπάνες για φόρους, δάνεια και ενοίκια να εξοφληθούν με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής.
4. Σε κάθε φορολογούμενο του οποίου έχει κατασχεθεί ο τραπεζικός λογαριασμός, το απαιτούμενο όριο δαπανών περιορίζεται στις 5.000 ευρώ.
5. Σε κάθε περίπτωση φορολογουμένου ο οποίος δεν θα καταφέρει να πραγματοποιήσει το απαιτούμενο συνολικό ποσό δαπανών, το «ακάλυπτο» ποσό θα φορολογηθεί με 22%. Π.χ., σε περίπτωση που το ετήσιο ατομικό εισόδημα ανέρχεται σε 10.000 ευρώ, το απαιτούμενο ποσό δαπανών έτους 2020 ανέρχεται σε 3.000 ευρώ (30% των 10.000 ευρώ). Αν ο φορολογούμενος που έχει αυτό το εισόδημα πραγματοποιήσει συνολικό ποσό δαπανών 1.000 ευρώ, τότε θα χρεωθεί με επιπλέον φόρο 22% επί της «ακάλυπτης» διαφοράς των 2.000 ευρώ, δηλαδή θα κληθεί να καταβάλει επιπλέον φόρο 440 ευρώ (2.000 ευρώ Χ 22%).
6. Στις δαπάνες που θα ληφθούν υπόψη για την κάλυψη του απαιτούμενου ποσοστού περιλαμβάνονται τα περισσότερα από τα καθημερινά, μηνιαία και ετήσια έξοδα κάθε νοικοκυριού, όπως οι δαπάνες για αγορές τροφίμων, ποτών, ρούχων, παπουτσιών, κλινοσκεπασμάτων, χαρτικών ειδών, τσιγάρων, ειδών υγιεινής και καθαριότητος, για αγορές ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών συσκευών, επίπλων και άλλων διαρκών ειδών οικιακής χρήσης, οι δαπάνες για παντός είδους υπηρεσίες επισκευών, καθώς και τα έξοδα για πληρωμές λογαριασμών ΔΕΚΟ και κοινοχρήστων, για δίδακτρα, ιατρικές επισκέψεις, ιατρικές εξετάσεις, νοσήλια και ασφάλιστρα.
Εξαιρούνται οι πληρωμές για ενοίκια, δάνεια, φόρους και τέλη υπέρ του Δημοσίου, καθώς και οι δαπάνες για αγορές ακινήτων, αυτοκινήτων, δικύκλων (πλην ποδηλάτων), σκαφών, αεροπλάνων, αεροσκαφών, αποταμιευτικών και επενδυτικών προϊόντων (μετοχών, ομολόγων κ.λπ.).
Πιο αναλυτικά, αναγνωρίζονται δαπάνες που αφορούν αγαθά και υπηρεσίες των παρακάτω κατηγοριών:
Περιλαμβάνονται επίσης: